Appendix:Greek verbs

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search
An arbitary list of some Greek verbs
Sub-lists
ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΛΜΝΞΟΠΡΣΤΥΦΧΨΩ


Table of Contents: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω


Β[edit]

Conj Present Simple past Passive Simple past Participle English JNo
1 βάζω έβαλα βάζομαι put
1 βαραίνω, βαρύνω βάρυνα burden
1 βαρύνω, βαραίνω βάρυνα burden
2a βαστώ bear
1 βγάζω έβγαλα βγάζομαι take-off
1 βγαίνω βγήκα go-out
1 βιάζω βίασα βιάζομαι force
1 βλάπτω, βλάφτω έβλαψα βλάπτομαι injure
1 βλασταίνω, βλαστάνω βλάστησα sprout
1 βλαστάνω, βλασταίνω βλάστησα sprout
1 βλάφτω, βλάπτω έβλαψα βλάπτομαι injure
1 βλέπω είδα βλέπομαι see
2b βοηθώ βοήθησα help
1 βόσκω βόσκησα βόσκομαι graze
2a βουτώ dive
1 βρέχω έβρεξα rain
1 βρίσκω βρήκα βρίσκομαι find
1 βυζαίνω βύζαξα βυζαίνομαι suck

Table of Contents: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω


Γ[edit]

Present Simple past Passive Simple past Participle English Conj
1 γαρνίρω γαρνίρισα γαρνίρομαι decorate
1 γδέρνω έγδαρα γδέρνομαι graze
2A γελώ γέλασα laugh
1 γέρνω έγειρα bend over
1 γιορτάζω γιόρτασα γιορτάζομαι celebrate
2A γλεντώ celebrate
1 γνωρίζω γνώρισα γνωρίζομαι know (somebody)
1 γράφω έγραψα γράφομαι write
γρικάω,
αγροικώ
1 γυρίζω γύρισα γυρίζομαι return, turn

Table of Contents: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω


Δ[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 δανείζω δάνεισα lend δανείζομαι
1 δείχνω έδειξα show, point at δείχνομαι
1 δελεάζω δελέασα tempt δελεάζομαι
1 δένω έδεσα tie δένομαι
1 δέρνω έδειρα batter
1 δηλώνω δήλωσα declare δηλώνομαι
2B δημιουργώ δημιούργησα create
1 δημοσιεύω δημοσίευσα publish δημοσιεύομαι
1 διαβάζω διάβασα read διαβάζομαι
1 διαβαίνω διάβηκα cross
1 διαβλέπω διέβλεψα, διείδα foresee
2A* διαθλώ refract
1 διαλέγω διάλεξα choose διαλέγομαι
1 διαλύω διέλυσα wreck διαλύομαι
1 διανέμω διένειμα distribute διαλύομαι
2B διαρκώ last
1 διαρρηγνύω διέρρηξα breach
2A* διασπώ split
2B διατηρώ keep, preserve
1 διατυπώνω διατύπωσα express, voice διατυπώνομαι
2B διαφωνώ disagree
1 διαψεύδω διέψευσα contradict διαψεύδομαι
1 διδάσκω δίδαξα teach διδάσκομαι
1 δίδω, δίνω έδωσα give δένομαι
1 διευρύνω διεύρυνα widen διευρύνομαι
1 δίνω, δίδω έδωσα give δένομαι
1 διοργανώνω διοργάνωσα organise διευρύνομαι
2A διψώ thirst
1 διώχνω έδιωξα send away διώχνομαι
1 δοκιμάζω δοκίμασα try, sample δοκιμάζομαι
1 δοξάζω δόξασα praise δοκιμάζομαι
1 δουλεύω δούλεψα work δουλεύομαι
2A* δρω act
1 δυσκολεύω δυσκόλεψα complicate δυσκολεύομαι

Table of Contents: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω


Ε[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 εγείρω έγειρα, ήγειρα raise
1 εγκατασταίνω, εγκαθιστώ εγκατέστησα install
2B ειδοποιώ notify
1 εισάγω εισήγαγα import εισάγομαι
1 εκδίδω εξέδωσα publish, issue εκδίδομαι
1 εκθέτω εξέθεσα display εκτίθεμαι
1 εκλέγω εξέλεξα elect εκλέγομαι
1 εκπίπτω εξέπεσα lose
1 εκπλήσσω εξέπληξα surprise
1 εκτίνω, εκτίω εξέτισα serve
1 εκτίω, εκτίνω εξέτισα serve
1 ελαύνω έλασα, ήλασα intrigue
1 ελέγχω έλεγξα check ελέγχομαι
1 ελπίζω έλπισα, ήλπισα hope
1 εμπνέω ενέπνευσα inspire εμπνέομαι
1 εμποδίζω, μποδίζω εμπόδισα, μπόδισα prevent εμποδίζομαι
1 ενδιαφέρω ενδιάφερα interest ενδιαφέρομαι
1 ενώνω ένωσα join ενώνομαι
1 εξασφαλίζω εξασφάλισα ensure εξασφαλίζομαι
1 εξαφανίζω εξαφάνισα disappear εξαφανίζομαι
1 εξεγείρω εξήγειρα, εξέγειρα excite εξεγείρομαι
1 εξετάζω εξέτασα examine εξετάζομαι
1 επεμβαίνω επέμβηκα interfere
1 επηρεάζω επηρέασα affect επηρεάζομαι
1 επιβάλλω επέβαλα impose επιβάλλομαι
2Α* επιδρώ influence
1 επιμένω επέμεινα insist
1 επιτρέπω επέτρεψα permit επιτρέπομαι
1 επιτυγχάνω επέτυχα, πέτυχα achieve επιτυγχάνομαι
1 ετοιμάζω ετοίμασα prepare ετοιμάζομαι
2B ευχαριστώ ευχαρίστησα thank
1 εφαρμόζω εφάρμοσα apply εφαρμόζομαι
1 εφευρίσκω εφεύρα, εφηύρα invent εφευρίσκομαι

Table of Contents: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω


Ζ, Η, Θ[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 ζαχαρώνω ζαχάρωσα sugar ζαχαρώνομαι
1 ζεσταίνω ζέστανα heat ζεσταίνομαι
2A ζητώ ζήτησα request
1 ζω έζησα live
1 θέλω θέλησα want
1 θέτω έθεσα
1 θυμιατίζω θυμιάτισα burn θυμιατίζομαι
1 θυμίζω θύμισα remind

Table of Contents: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω


Κ[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 καθαρίζω καθάρισα clean καθαρίζομαι
1 καθιερώνω καθιέρωσα consecrate καθιερώνομαι
1 καίγω, καίω έκαψα destroy καίγομαι
1 καίω, καίγω έκαψα destroy καίγομαι
1 καλύπτω κάλυψα cover καλύπτομαι
2B καλώ κάλεσα summon
1 κάνω έκανα do
1 καταβάλλω κατέβαλα overpower καταβάλλομαι
1 καταθέτω κατέθεσα testify κατατίθεμαι
1 καταλαβαίνω κατάλαβα understand
1 καταλαμβάνω κατέλαβα seize καταλαμβάνομαι
1 καταπίνω κατάπια swallow καταπίνομαι
1 καταπλήσσω κατέπληξα
1 καταστρέφω κατέστρεψα, κατάστρεψα destroy καταστρέφομαι
1 κατάσχω κατάσχεσα, κατέσχεσα confiscate κατάσχομαι
1 καταφέρνω κατάφερα manage
1 καταφέρω κατάφερα inflict καταφέρομαι
1 καταφεύγω κατέφυγα shelter
2AB καταφρονώ despise
1 κατεβαίνω κατέβηκα descend
2AB κατηγορώ accuse
2B κατοικώ κατοίκησα live
2A κεντώ embroider
1 κερδίζω κέρδισα gain κερδίζομαι
1 κηρύσσω, κηρύττω κήρυξα preach κηρύσσομαι
1 κηρύττω, κηρύσσω κήρυξα preach κηρύττομαι
2AB κινώ set off
2B κινώ move
1 κλαίγω, κλαίω έκλαψα weep κλαίγομαι
1 κλαίω, κλαίγω έκλαψα weep κλαίγομαι
1 κλάνω έκλασα fart
1 κλέβω έκλεψα
1 κλειδώνω κλείδωσα lock κλειδώνομαι
1 κλείνω έκλεισα close κλείνομαι
1 κόβω έκοψα cut κόβομαι
2AB κοινωνώ receive communion
1 κοιτάζω κοίταξα look at κοιτάζομαι
2A κολλώ stick
1 κοστίζω κόστισα cost
2A κουβαλώ κουβάλησα carry
1 κουράζω κούρασα tire κουράζομαι
2A κρατώ κράτησα hold
2A κρεμώ hang
1 κρίνω έκρινα judge κρίνομαι
1 κρύβω έκρυψα hide κρύβομαι
1 κτίζω, χτίζω έκτισα build κτίζομαι
2A κυβερνώ govern
2AB κυκλοφορώ circulate

Table of Contents: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω


Λ[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 λαβαίνω λάμβανα receive
2AB λαλώ talk, warble
1 λαμβάνω λάμβανα receive λαμβάνομαι
1 λαχαίνω έλαξα
1 λέγω, λέω είπα tell λέγομαι
1 λείπω έλειψα be away
1 λεπταίνω, λεπτύνω λέπτυνα
1 λεπτύνω, λεπταίνω λέπτυνα
1 λέω, λέγω είπα tell λέγομαι
1 λήγω έληξα expire
2AB λιποθυμώ faint
1 λύνω έλυσα loosen λύνομαι

Table of Contents: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω


Μ, Ν[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 μαζεύω μάζεψα gather μαζεύομαι
1 μαθαίνω έμαθα learn
1 μανθάνω εξέμαθα
1 μαλώνω μάλωσα quarrel
2AB μαρτυρώ bear witness
1 μειγνύω έμειξα
2A μελετώ study
1 μένω έμεινα remain
1 μετέχω μετείχα, μετέσχον
2A μετρώ μέτρησα measure, count
2A μιλώ μίλησα speak
1 μοιάζω έμοιασα resemble
1 μοιράζω μοίρασα distribute μοιράζομαι
1 μπαίνω μπήκα enter
1 μποδίζω, εμποδίζω μπόδισα, εμπόδισα prevent εμποδίζομαι
2B μπορώ μπόρεσα can
1 νέμω ένειμα
2A νικώ νίκησα win, conquer
1 νιώθω, νοιώθω ένιωσα, ένοιωσα feel
1 νοιώθω, νιώθω ένοιωσα, ένιωσα feel
1 νομίζω νόμισα think
1 ντύνω έντυσα dress ντύνομαι

Table of Contents: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω


Ξ, Ο[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
2A ξεκινώ begin, start
2A ξενυχτώ stay up at night
1 ξέρω ήξερα know
2A ξεχνώ ξέχασα forget
1 ξοδεύω ξόδεψα spend ξοδεύομαι
2A ξυπνώ ξύπνησα awaken
1 οδηγώ οδήγησα drive οδηγούμαι
2AB οικονομώ save money
1 ονομάζω ονόμασα name ονομάζομαι
1 ορίζω όρισα define ορίζομαι
1 οφείλω όφειλα owe

Table of Contents: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω


Π, Ρ[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 παθαίνω έπαθα
1 παίζω έπαιξα play παίζομαι
1 παίρνω πήρα take παίρνομαι
1 πάλλω έπαλα
1 παντρεύω πάντρεψα marry παντρεύομαι
1 παραγγέλλω, παραγγέλω παράγγειλα, παρήγγειλα
1 παραδίδω, παραδίνω παρέδωσα, παράδωσα deliver παραδίδομαι
1 παραδίνω, παραδίδω παρέδωσα, παράδωσα deliver παραδίνομαι
2A παρακαλώ παρακάλεσα thank
2B παρακολουθώ παρακολούθησα attend
1 παραλαβαίνω, παραλαμβάνω παρέλαβα receive
1 παραλαμβάνω, παραλαβαίνω παρέλαβα receive παραλαμβάνομαι
1 παραλείπω παρέλειψα omit παραλείπομαι
1 παραλύω παρέλυσα, παράλυσα paralyse
1 παραμένω παρέμεινα linger, remain
1 παρεισφρέω παρεισέφρησα infiltrate
1 παρέχω παρείχα, παρέσχον give παρέχομαι
2AB παρηγορώ console
1 παρισταίνω, παριστάνω, παριστώ παρέστησα
1 παριστάνω, παρισταίνω, παριστώ παρέστησα
παριστώ, παριστάνω, παρισταίνω
1 παρουσιάζω παρουσίασα appear
2A πατώ step on, tread
1 πάω, πηγαίνω πήγα go
1 πεθαίνω πέθανα die
2A πεινώ hunger
1 πειράζω πείρασα annoy
1 περιγράφω περιέγραψα describe
1 περιμένω περίμενα wait
2A περνώ πέρασα pass
2A περπατώ περπάτησα walk
1 πετυχαίνω πέτυχα, επέτυχα succeed
2A πετώ πέταξα throw, fly
1 πέφτω έπεσα fall
1 πηγαίνω, πάω πήγα go
2A πηδώ jump
1 πιάνω έπιασα catch
1 πίνω ήπια drink πίνομαι
1 πιστεύω πίστεψα believe
1 πλάθω έπλασα shape
1 πλέκω έπλεξα knit
1 πλένω έπλυνα wash
1 πλέω έπλευσα
1 πληρώνω πλήρωσα pay
1 πλησιάζω πλησίασα approach
1 πλήττω έπληξα
1 πνέω έπνευσα
1 ποικίλλω ποίκιλα
2A πολεμώ πολέμησα fight
2A πουλώ sell
1 προγραμματίζω προγραμμάτισα plan
1 προετοιμάζω προετοίματισα prepare
1 προλαβαίνω πρόλαβα avert
1 προλαμβάνω πρόλαβα anticipate
2A* προσδοκώ expect
1 προσέχω πρόσεξα notice, observe
1 προσθέτω πρόσθεσα add
2B προσκαλώ προσκάλεσα invite
2B προσπαθώ προσπάθησα try, attempt
1 προστατεύω προστάτεψα protect
1 προσφέρω προσέφερα, πρόσφερα offer
1 προτείνω πρότεινα suggest
2A προτιμώ prefer
1 προφτάνω, προφταίνω πρόφτασα anticipate
1 προφταίνω, προφτάνω πρόφτασα anticipate
2AB προχωρώ go forward
1 πταίω, φταίω έφταιξα be to blame
2B πωλώ + sell
1 ρέω έρρευσα
1 ρίχνω έριξα throw
2A ρουφώ suck
2A ρωτώ ρώτησα ask

Table of Contents: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω


Σ[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 σέρνω, σύρω, σούρνω έσυρα pull
1 σαπίζω σάπισα rot
1 σβήνω έσβησα extinguish
1 σηκώνω σήκωσα raise
1 σημαίνω σήμανα ring
1 σκάβω έσκαψα dig
1 σκοπεύω σκόπευσα intend
2A σκουντώ shove
1 σούρνω, σέρνω, σύρω έσουρα pull
1 σπάζω έσπασα break
1 σπείρω, σπέρνω έσπειρα
1 σπέρνω, σπείρω έσπειρα
2A σπω break
2A σταματώ σταμάτησα stop
1 στέκω στάθηκα stand-up
1 στέλλω, στέλνω έστειλα send
1 στέλνω, στέλλω έστειλα send
2B στερώ στέρησα deprive
1 στρέφω έστρεψα
1 σπρώχνω έσπρωξα push
1 στοιχίζω στοίχισα cost
1 συγχαίρω συγχάρηκα congratulate
1 συγκεντρώνω συγκέντρωσα gather
2A συγχωρώ forgive
2AB συζητώ συζήτησα discuss
2AB συμπαθώ forgive, like
1 συμπληρώνω συμπληρώσα fill-in
2A συναντώ συνάντησα meet
1 συνάπτω σύναψα, συνήψα join
1 συνδυάζω συνδύασα combine
1 συνεχίζω συνέχισα continue
1 συνηθίζω συνήθισα get used to
1 συνοδεύω συνόδεψα accompany
1 συντρέχω συνέτρεζα help
1 σύρω, σέρνω, σούρνω έσυρα pull
1 συστήνω, συστιστώ σύστησα introduce
συστιστώ, συστήνω συνέστησα introduce
σφάλλομαι, σφάλλω
1 σφάλλω, σφάλλομαι έσφαλα
1 σχηματίζω σκημάτισα form
1 σώζω έσωσα save, rescue
1 σωπαίνω σώπασα

Table of Contents: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω


Τ, Υ[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 ταξιδεύω ταξίδεψα travel
1 τείνω έτεινα
1 τελειώνω τελείωσα finish
1 τέμνω έταμα, έτμησα
1 τερματίζω τερμάτισα finish, end
1 τηγανίζω τηγάνισα fry
2AB τηλεφωνώ τηλεφώνησα telephone
2A τιμώ honour
2B τοποθετώ place
2A τραβώ pull
2A τραγουδώ τραγούδησα sing
1 τρέπω έτρεψα
2A τρυπώ drill
1 τρέφω έθρεψα feed
1 τρέχω έτρεξα run
1 τρώγω, τρώω έφαγα eat
1 τρώω, τρώγω έφαγα eat
2A τσιμπώ sting, prick
1 τυλίγω τύλιξα roll
2AB τυραννώ torture
1 υπακούω υπάκουσα obey
1 υπάρχω υπήρξα exist
1 υπερασπίζω υπεράσπισα defend
1 υπογράφω υπέγραψα, υπόγραψα sign

Table of Contents: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω


Φ, Χ, Ψ, Ω[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 φέρνω έφερα bring
1 φέρω έφερα bring
1 φεύγω έφυγα leave
1 φθάνω, φτάνω έφθασα arrive
1 φθείρω έφθειρα
2AB φιλώ kiss
1 φρεσκάρω φρέσκαρα, φρεσκάρισα refresh
1 φροντίζω φρόντισα care for
1 φταίω, πταίω έφταιξα be to blame
1 φτάνω, φθάνω έφτασα arrive
1 φτιάχνω έφτιαξα make
2AB φυλλομετρώ leaf through
2A φυσώ blow
1 φωνάζω φώναξα cry
2A χαιρετώ greet
1 χαίρω be glad
2A χαλώ χάλασα spoil
1 χάνω έχασα lose
1 χέω έχυσα
1 χορεύω χόρεψα dance
1 χορταίνω χόρτασα
1 χρεώνω χρέωσα debit
2B χρησιμοποιώ χρησιμοποίησα use
1 χτίζω, κτίζω έχτισα build χτίζομαι
2A χτυπώ beat
1 χύνω έχυσα pour
2AB χωρώ fit in, have room
1 ψάλλω, ψέλνω έψαλα sing
1 ψάχνω έψαξα search
1 ψέλνω, ψάλλω έψαλα sing
2A* ωχριώ turn pale
2B ωφελώ benefit