Appendix:Greek verbs

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search
An arbitary list of some Greek verbs
  indicates the imperfect form for an absent simple past
  indicates a deponent verb
‡‡   indicates a mediopassive verb
*   indicates a rare form, possibly denied by some sources
+   a rare alternative form may be found

Table of Contents: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω


Α[edit]

Present Simple past Passive Simple past Participle English JNo
αβγαταίνω αβγάτυνα increase 47
αβγατίζω αβγάτισα αβγατίζομαι αβγατίστηκα αβγατισμένος increase 33
αγαθοφέρνω αγαθόφερνα* look gullible 226
αγαλλιάζω αγαλλίασα αγαλλιασμένος rejoice 35
αγανακτώ,
αγαναχτώ
αγανάκτησα,
αγανάχτησα
αγανακτισμένος,
αγαναχτισμένος
be exasperated,
be angry
73
αγαντάρω αγάνταρα,
αγαντάρισα
αγανταρισμένος endure 53
αγαπίζω αγάπισα reconcile 33
αγαπώ,
αγαπάω
αγάπησα αγαπιέμαι αγαπήθηκα αγαπημένος love,
like
58
αγγαρεύω αγγάρεψα αγγαρεύομαι αγγαρεύτηκα αγγαρεμένος enslave 17
αγγέλω,
αγγέλλω
ήγγειλα,
άγγειλα
αγγέλλομαι αγγέλθηκα αγγελμένος announce
αγγίζω άγγιξα αγγίζομαι αγγίχτηκα αγγιγμένος touch 23
αγγλοποιώ αγγλοποίησα αγγλοποιημένος anglicise
αγιάζω αγίασα,
άγιασα
αγιάζομαι αγιάστηκα + αγιασμένος sanctify 35
αγιοποιώ αγιοποίησα αγιοποιούμαι αγιοποιήθηκα αγιοποιημένος canonise
αγκαζάρω αγκαζάρισα αγκαζαρισμένος engage 55
αγκαλιάζω αγκάλιασα αγκαλιάζομαι αγκαλιάστηκα αγκαλιασμένος embrace 36
αγκιστρώνω αγκίστρωσα αγκιστρώνομαι αγκιστρώθηκα αγκιστρωμένος hook 3
αγκομαχώ,
αγκομαχάω
αγκομάχησα puff, gasp,
chug
58
αγκυλώνω αγκύλωσα αγκυλώνομαι αγκυλώθηκα αγκυλωμένος prick 3
αγκυροβολώ,
αγκυροβολάω*
αγκυροβόλησα αγκυροβολημένος anchor 73/58
αγκωνιάζω αγκώνιασα αγκωνιάζομαι αγκωνιάστηκα αγκωνιασμένος angulate 35
αγλαΐζω αγλάισα αγλαισμένος brighten
αγναντεύω αγνάντεψα survey 17
αγνοώ αγνόησα αγνοούμαι αγνοήθηκα αγνοημένος ignore 73
αγοράζω αγόρασα αγοράζομαι αγοράστηκα αγορασμένος buy 35
αγορεύω αγόρευσα orate 19
αγριεύω αγρίεψα αγριεύομαι αγριεύτηκα αγριεμένος taunt, scare 17
αγριοκοιτάζω αγριοκοίταξα αγριοκοιτάζομαι αγριοκοιτάχτηκα αγριοκοιταγμένος glower at 23
αγρυπνώ,
αγρυπνάω
αγρύπνησα αγρυπνισμένος keep watch,
stay awake
58
αγχώνω άγχωσα αγχώνομαι αγχώθηκα αγχωμένος make anxious 3
άγω άγομαι lead 136
αγωνίζομαι αγωνίστηκα αγωνιζομένος struggle, battle 34
αγωνιώ αγωνιούσα be in agony 60
αδειάζω άδειασα αδειάζομαι αδειάστηκα αδειασμένος unload, empty 35
αδελφώνω,
αδερφώνω
αδέλφωσα,
αδέρφωσα
αδελφώνομαι,
αδερφώνομαι
αδελφώθηκα,
αδερφώθηκα
αδελφωμένος,
αδερφωμένος
fraternise 3
αδημονώ αδημονούσα 73
αδιαθετώ αδιαθέτησα 73
αδιαφορώ αδιαφόρησα be indifferent to 73
αδικώ αδίκησα αδικούμαι,
αδικιέμαι
αδικήθηκα injure,
be unfair
73
αδρανοποιώ αδρανοποίησα αδρανοποιούμαι αδρανοποιήθηκα αδρανοποιημένος still 73
αδρανώ αδράνησα 73
αδράχνω άδραξα grasp 29
αδυνατίζω αδυνάτισα become thin 33
αδυνατώ αδυνατούσα be incapable 73
άδω sing
αερίζω αέρισα air 33
αεροβατώ daydream 73
αεροκοπανίζω labour in vain
αερολογώ αερολόγησα talk nonsense 73
αηδιάζω αηδίασα αηδιασμένος be disgusted 35
αθετώ αθέτησα αθετήθηκα αθετημένος renege 73
αθλούμαι αθλήθηκα exercise 74
αθροίζω άθροισα αθροίστηκα αθροισμένος add up 33
αθωώνω αθώωσα αθωώθηκα αθωωμένος acquit 3
αιμάσσω ήμαξα ημαγμένος bleed
αιμορραγώ αιμορράγησα haemorrhage 73
αίρω ήρα αίρομαι άρθηκα ηρμένος raise,
remove
80
αισθάνομαι αισθάνθηκα feel 82
αισχύνομαι αισχύνθηκα αισχυνόμενος be ashamed
αιτιολογώ αιτιολόγησα rationalise
αιτιώμαι
αιτούμαι αιτήθηκα request
αιτώ
αιφνιδιάζω αιφνιδίασα ambush
αιχμαλωτίζω αιχμαλώτισα capture
αιωρούμαι αιωρήθηκα hover
ακινητώ,
ακινητοποιώ
ακκίζομαι
ακμάζω ήκμασα prosper
ακολουθώ ακολούθησα ακολουθούμαι,
ακολουθιέμαι
ακολουθήθηκα follow
ακονίζω ακόνισα sharpen
ακουμπώ,
ακουμπάω
ακούω,
ακούγω
άκουσα ακούγομαι ακούστηκα listen,
to hear
ακριβαίνω
ακροάζομαι
ακροώμαι
ακρωτηριάζω ακρωτηρίασα amputate
ακτινοβολώ ακτινοβόλησα beam, radiate
ακτινογραφώ ακτινογράφησα x-ray
ακτινοσκοπώ
ακυρώ,
ακυρώνω
αλαλάζω
αλαλιάζω
αλατίζω αλάτισα salt
αλαφιάζω
αλεγράρω
αλέθω άλεσα grind
αλείφω,
αλείβω
άλειψα αλείφομαι αλείφτηκα spread, smear
αλητεύω αλήτεψα loaf, bum around
αλιεύω
αλλάζω άλλαξα αλλάζομαι αλλάχτηκα change
αλληλογραφώ αλληλογράφησα correspond
αλληλοσυγκρούομαι αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοτρώγομαι
αλλοιθωρίζω
αλλοιώνω αλλοίωσα taint
αλυσοδένω αλυσόδεσα chain
αμαρτάνω,
αμαρταίνω
αμάρτησα sin
αμβλύνω άμβλυνα blunten
αμείβω
αμπαλάρω αμπαλάρισα αμπαλάρομαι αμπαλαρίστηκα wrap,
pack
αμπαρώνω αμπάρωσα αμπαρώνομαι bolt, lock
αμφιβάλλω αμφέβαλα doubt
αμφισβητώ αμφισβήτησα contest
αναβάλλω ανέβαλα αναβάλλομαι αναβλήθηκα delay
αναβιώ
αναβλέπω
αναβλύζω,
αναβρύζω
ooze
ανάβω άναψα ανάβομαι ανάφτηκα light
αναγαλλιάζω rejoice
αναγγέλλω ανήγγειλα,
ανάγγειλα
αναγγέλλομαι αναγγέλθηκα announce
αναγεννώ regenerate
αναγκάζω ανάγκασα αναγκάζομαι αναγκάστηκα compel
αναγινώσκω
αναγνωρίζω αναγνώρισα αναγνωρίζομαι αναγνωρίστηκα recognise
αναγνωρίζω recognise
αναγουλιάζω nauseate
αναγορεύω
αναγράφω
ανάγω
αναδεικνύω,
αναδείχνω
ανέδειξα,
ανάδειξα
αναδεικνύομαι αναδείχθηκα,
αναδείχτηκα
emphasise
αναδεύω
αναδέχομαι
αναδίδω
αναδίνω
αναδιοργανώνω reorganise
αναδίφω
αναδύομαι surface
αναζητώ,
αναζητάω
αναζήτησα αναζητιέμαι αναζητήθηκα seek
αναζωογονώ revive
αναζωπυρώνω,
αναζωπυρώ
αναζωπύρωσα αναζωπυρώνομαι αναζωπυρώθηκα αναζωπυρωμένος rekindle,
revive
3
αναθαρρεύω,
αναθαρρώ
αναθάρρεψα,
αναθάρρησα
αναθαρρεμένος,
αναθαρρημένος
feel encouraged 17
αναθεματίζω αναθεμάτισα αναθεματίζομαι αναθεματίστηκα αναθεματισμένος curse 33
αναθέτω ανέθεσα,
ανάθεσα
ανατίθεμαι ανατέθηκα,
ανετέθην
ανατεθειμένος assign 137
αναθεωρώ αναθεώρησα αναθεωρούμαι αναθεωρήθηκα αναθεωρημένος revise 73
αναθρώσκω†† jump onto
αναιρώ αναίρεσα αναιρούμαι αναιρέθηκα αναιρεμένος refute 76
αναισθητοποιώ αναισθητοποίησα αναισθητοποιούμαι αναισθητοποιήθηκα αναισθητοποιημένος anaesthetise 73
ανακαθίζω ανακάθισα sit up 33
ανακάθομα采 ανακάθισα sit up 160
ανακαινίζω ανακαίνισα ανακαινίζομαι ανακαινίστηκα ανακαινισμένος renovate 33
ανακαλύπτω ανακάλυψα ανακαλύπτομαι ανακαλύφθηκα,
ανακαλύφτηκα
ανακαλυμμένος discover 11
ανακαλώ ανακάλεσα ανακαλούμαι ανακλήθηκα ανακλημένος revoke 76
ανακατεύω ανακάτεψα ανακατεύομα采 ανακατεύτηκα ανακατεμένος mix 17
ανακατώνω ανακάτωσα ανακατώνομα采 ανακατώθηκα ανακατωμένος jumble 3
ανακηρύσσω ανακήρυξα ανακηρύσσομαι ανακηρύχθηκα,
ανακηρύχτηκα
ανακηρυγμένος nominate 27
ανακινώ ανακίνησα ανακινούμαι ανακινήθηκα ανακινημένος agitate 73
ανακλώ ανάκλασα ανακλώμαι ανακλάστηκα ανακλασμένος reflect 72
ανακοινώνω,
ανακοινώ
ανακοίνωσα ανακοινώνομαι ανακοινώθηκα ανακοινωμένος declare,
announce
3
ανακρίνω
ανακτώ ανέκτησα ανακτώμαι ανακτήθηκα regain
ανακύπτω
ανακυκλώνω ανακύκλωσα ανακυκλώνομαι ανακυκλώθηκα recycle
αναλαμβάνω,
αναλαβαίνω
ανέλαβα,
ανάλαβα
αναλαμβάνομαι αναλήφθηκα undertake,
take on
αναλύω
αναμειγνύω,
αναμιγνύω
αναμιγνύω
ανανεώνω ανανέωσα ανανεώνομαι ανανεώθηκα renew
αναξαίνω
αναπαριστώ,
αναπαριστάνω
αναπαύω ανέπαυσα αναπαύομα采 αναπαύθηκα give rest
αναπνέω ανέπνευσα,
ανάπνευσα
breathe
αναπτύσσω
αναρριχώμαι
αναρωτιέμαι
ανασαίνω
ανασκάπτω
ανασκευάζω
ανασταίνω ανάστησα ανασταίνομαι αναστήθηκα revive
αναστατώνω
αναστέλλω
αναστενάζω αναστέναξα sigh,
groan
αναστηλώνω
ανασυγκροτώ
ανασυνδέω
ανασυνθέτω
ανασυντάσσω
ανατέλλω ανέτειλα,
ανάτειλα
rise, appear
ανατριχίαζω
αναφέρω ανέφερα αναφέρομαι αναφέρθηκα report,
tell
αναχωρώ αναχώρησα depart
ανεβάζω,
αναβιβάζω
ανεβαίνω ανέβηκα ascend
ανελκύω
ανέρχομαι
ανέχομαι
ανήκω ανήκα belong
ανησυχώ ανησύχησα disturb,
trouble
ανηφορίζω
ανθίσταμαι
ανθίζω
ανθολογώ
ανθοφορώ
ανθρωπεύω
ανθώ
ανιστορώ
ανιχνεύω
ανοιγοκλείνω
ανοίγω άνοιξα ανοίγομαι ανοίχτηκα open
ανοικοδομώ
ανορθώνω
ανοσιουργώ
ανοσοποιώ
ανταγωνίζομαι
ανταλλάσσω,
ανταλλάζω
ανταμείβω
ανταμώνω
αντανακλώ αντανάκλασα reflect
ανταπαιτώ
ανταπαντώ
ανταποδίδω
ανταποκρίνομαι
ανταριάζω
ανταρτεύω
αντενδείκνυται
αντεπεξέρχομαι
αντεπιτίθεμαι
αντερωτώ
αντεύχομαι
αντέχω άντεξα endure
αντιγράφω αντέγραψα αντιγράφομαι αντιγράφτηκα copy
αντιδρώ αντέδρασα react
αντιθέτω
αντικρύζω αντίκρυσα face,
confront
αντιλαμβάνομαι αντιλήφθηκα,
αντιλήφτηκα
αντιλέγω αντείπα disagree
αντιμετωπίζω αντιμετώπισα αντιμετωπίζομαι confront
αντιπροσωπεύω
αντιτάσσω
αντιτείνω
αντιτίθεμαι
αντλώ
αξίζω άξιζα deserve,
be worth
αξιολογώ
αξιοποιώ
αξιώνω
απαγέλλω
απαγκιάζω
απαγκιστρώνομαι
απαγορεύω απαγόρεψα απαγορεύομαι απαγορεύτηκα ban,
prohibit
απάγω
απαιτώ απαίτησα demand
απαλλάσσω
απαντώ,
απαντάω
απάντησα απαντιέμαι απαντήθηκα reply,
answer
απειλώ
απελαύνω απέλασα,
απήλασα
απελαύνομαι expel
απευθύνω
απεχθάνομαι
απέχω απείχα abstain
απηχώ
απιθώνω
απλοποιώ
απλουστεύω
απλώνω άπλωσα απλώνομαι απλώθηκα spread,
stretch
αποβαίνει
αποβάλλω
απογίνομαι
αποδεικνύω,
αποδείχνω
αποδίδω
αποθαρρύνω αποθάρρυνα αποθαρρύνομαι discourage
αποθέτω
αποθηκεύω
αποκαλύπτω αποκάλυψα αποκαλύπτομαι reveal
αποκάνω
αποκλείω απέκλεισα,
απόκλεισα
αποκλείομαι exclude
αποκρίνομαι
αποκρούω
αποκτώ απόκτησα,
απέκτησα
acquire
απολαμβάνω απόλαυσα enjoy
απολαύω
απολήγω
απολεπίζω
απολιθώνω
απολογούμαι,
απολογιέμαι
απολυμαίνω
απολύω
απομακρύνω
απομένω απόμεινα,
απέμεινα,
απέμενα
remain
απομονώνω
απονέμω
αποπαίρνω
αποπειρώμαι
αποπέμπω
αποπερατώνω
αποπλανώ
αποπλέω
αποπνέω
αποποιούμαι
αποπροσανατολίζω
απορρέω
απορρίπτω
απορρίχνω
απορώ
αποσβένω,
αποσβήνω
απόσβεσα αποσβένομαι extinguish,
erase
αποσβήνω,
αποσβένω
απόσβησα extinguish,
erase
αποσπώ απέσπασα detach
αποστάζω
αποσταίνω απόστασα tire
αποστασιοποιούμαι
αποστατώ
αποστειρώνω
αποστέλλω
αποσυνδέω
αποσυντίθεμαι
αποσύρω
αποτελώ αποτέλεσα αποτελούμαι αποτελέστηκα constitute
αποτίω
αποτυχαίνω
αποφασίζω αποφάσισα αποφασίζομαι αποφασίστηκα decide
αποφέρω
αποφεύγω απέφυγα,
απόφυγα
αποφεύγομαι* αποφεύχθηκα avoid
αποφλοιώνω
αποφοιτώ
αποφορτίζω
αποφράζω
αποφυλακίζω
αποχαιρετάω,
αποχαιρετώ,
αποχαιρετίζω
αποχαλινώνω
αποχαυνώνω
αποχρωματίζω
αποχτώ απόχτησα αποχτιέμαι αποχτήθηκα acquire
αποχωρίζω
αποχωρώ
αποψιλώ
άπτομαι
απωθώ
αραδιάζω
αράζω
αραιώνω
αργάζω
αργώ άργησα delay
αρέσω άρεσα αρέσκομαι* αρεσκόμουν please,
be nice
αρκώ
αρμόζω
αρνούμαι,
αρνιέμαι
αρπάζω
αρραβωνιάζω
αρωματίζω
αρρωσταίνω
αρταίνω άρτυσα αρταίνομαι break fast
αρχαΐζω
αρχίζω,
αρχινίζω
άρχισα,
αρχίνισα
άρχομαι* begin
αρχινάω,
αρχινώ
αρχινίζω,
αρχίζω
άρχισα,
αρχίνισα
άρχομαι begin
ασβεστώνω
ασεβώ
ασελγώ
ασημώνω
ασθενώ
ασθμαίνω
ασκητεύω
ασκώ
ασπάζομαι
ασπρίζω
αστειεύομαι
αστικοποιώ
αστοχώ
αστράφτω
αστυνομεύω
ασφαλίζω
ασφαλτοστρώνω
ασφύκτιώ
ασχημίζω
ασχημαίνω
ασχημονώ
ασχολούμαι,
ασχολιέμαι
ατενίζω
ατιμάζω
ατονώ
ατροφώ
ατσαλώνω
ατυχώ
αυγοκόβω
αυθαδιάζω
αυθαιρετώ
αυθυποβάλλομαι
αυλακώνω
αυνανίζομαι
αυτενεργώ
αυτοεξυπηρετούμαι
αυτοκτονώ
αυτοματοποιώ
αυτομολώ
αυτονομούμαι
αυτοπατώμαι
αυτοσχεδιάζω
αυξάνω αύξησα αυξάνομαι increase
αυξομειώνω αυξομείωσα αυξομειώνομαι fluctuate
αφαιρώ
αφανίζω
αφηγούμαι
αφθονώ
αφήνω άφησα αφήνομαι αφέθηκα leave
αφιερώνω
αφιονίζω
αφίσταμαι
αφομοιώνω
αφοπλίζω
αφορά,
αφορούν
αφορίζω
αφοσιούμαι
αφοσιώνομαι
αφουγκράζομαι
αφρίζω
αφυπηρετώ
αφυπνίζω
αχνίζω
αχνοφέγγω
αχολογάω,
αχολογώ
αχρηστεύομαι
αψηφάω,
αψηφώ
αψιμαχώ

Table of Contents: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω


Β[edit]

Present Simple past Passive Simple past Participle English JNo
βάζω έβαλα βάζομαι put
βαραίνω, βαρύνω βάρυνα burden
βαρύνω, βαραίνω βάρυνα burden
βαστώ bear
βγάζω έβγαλα βγάζομαι take-off
βγαίνω βγήκα go-out
βιάζω βίασα βιάζομαι force
βλάπτω, βλάφτω έβλαψα βλάπτομαι injure
βλασταίνω, βλαστάνω βλάστησα sprout
βλαστάνω, βλασταίνω βλάστησα sprout
βλάφτω, βλάπτω έβλαψα βλάπτομαι injure
βλέπω είδα βλέπομαι see
βοηθώ βοήθησα help
βόσκω βόσκησα βόσκομαι graze
βουτώ dive
βρέχω έβρεξα rain
βρίσκω βρήκα βρίσκομαι find
βυζαίνω βύζαξα βυζαίνομαι suck

Table of Contents: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω


Γ[edit]

Present Simple past Passive Simple past Participle English Conj
γαρνίρω γαρνίρισα γαρνίρομαι decorate 1
γδέρνω έγδαρα γδέρνομαι graze 1
γελώ γέλασα laugh 2A
γέρνω έγειρα bend over 1
γιορτάζω γιόρτασα γιορτάζομαι celebrate 1
γλεντώ celebrate 2A
γνωρίζω γνώρισα γνωρίζομαι know (somebody) 1
γράφω έγραψα γράφομαι write 1
γρικάω,
αγροικώ
γυρίζω γύρισα γυρίζομαι return, turn 1

Table of Contents: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω


Δ[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 δανείζω δάνεισα lend δανείζομαι
1 δείχνω έδειξα show, point at δείχνομαι
1 δελεάζω δελέασα tempt δελεάζομαι
1 δένω έδεσα tie δένομαι
1 δέρνω έδειρα batter
1 δηλώνω δήλωσα declare δηλώνομαι
2B δημιουργώ δημιούργησα create
1 δημοσιεύω δημοσίευσα publish δημοσιεύομαι
1 διαβάζω διάβασα read διαβάζομαι
1 διαβαίνω διάβηκα cross
1 διαβλέπω διέβλεψα, διείδα foresee
2A* διαθλώ refract
1 διαλέγω διάλεξα choose διαλέγομαι
1 διαλύω διέλυσα wreck διαλύομαι
1 διανέμω διένειμα distribute διαλύομαι
2B διαρκώ last
1 διαρρηγνύω διέρρηξα breach
2A* διασπώ split
2B διατηρώ keep, preserve
1 διατυπώνω διατύπωσα express, voice διατυπώνομαι
2B διαφωνώ disagree
1 διαψεύδω διέψευσα contradict διαψεύδομαι
1 διδάσκω δίδαξα teach διδάσκομαι
1 δίδω, δίνω έδωσα give δένομαι
1 διευρύνω διεύρυνα widen διευρύνομαι
1 δίνω, δίδω έδωσα give δένομαι
1 διοργανώνω διοργάνωσα organise διευρύνομαι
2A διψώ thirst
1 διώχνω έδιωξα send away διώχνομαι
1 δοκιμάζω δοκίμασα try, sample δοκιμάζομαι
1 δοξάζω δόξασα praise δοκιμάζομαι
1 δουλεύω δούλεψα work δουλεύομαι
2A* δρω act
1 δυσκολεύω δυσκόλεψα complicate δυσκολεύομαι

Table of Contents: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω


Ε[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 εγείρω έγειρα, ήγειρα raise
1 εγκατασταίνω, εγκαθιστώ εγκατέστησα install
2B ειδοποιώ notify
1 εισάγω εισήγαγα import εισάγομαι
1 εκδίδω εξέδωσα publish, issue εκδίδομαι
1 εκθέτω εξέθεσα display εκτίθεμαι
1 εκλέγω εξέλεξα elect εκλέγομαι
1 εκπίπτω εξέπεσα lose
1 εκπλήσσω εξέπληξα surprise
1 εκτίνω, εκτίω εξέτισα serve
1 εκτίω, εκτίνω εξέτισα serve
1 ελαύνω έλασα, ήλασα intrigue
1 ελέγχω έλεγξα check ελέγχομαι
1 ελπίζω έλπισα, ήλπισα hope
1 εμπνέω ενέπνευσα inspire εμπνέομαι
1 εμποδίζω, μποδίζω εμπόδισα, μπόδισα prevent εμποδίζομαι
1 ενδιαφέρω ενδιάφερα interest ενδιαφέρομαι
1 ενώνω ένωσα join ενώνομαι
1 εξασφαλίζω εξασφάλισα ensure εξασφαλίζομαι
1 εξαφανίζω εξαφάνισα disappear εξαφανίζομαι
1 εξεγείρω εξήγειρα, εξέγειρα excite εξεγείρομαι
1 εξετάζω εξέτασα examine εξετάζομαι
1 επεμβαίνω επέμβηκα interfere
1 επηρεάζω επηρέασα affect επηρεάζομαι
1 επιβάλλω επέβαλα impose επιβάλλομαι
2Α* επιδρώ influence
1 επιμένω επέμεινα insist
1 επιτρέπω επέτρεψα permit επιτρέπομαι
1 επιτυγχάνω επέτυχα, πέτυχα achieve επιτυγχάνομαι
1 ετοιμάζω ετοίμασα prepare ετοιμάζομαι
2B ευχαριστώ ευχαρίστησα thank
1 εφαρμόζω εφάρμοσα apply εφαρμόζομαι
1 εφευρίσκω εφεύρα, εφηύρα invent εφευρίσκομαι

Table of Contents: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω


Ζ, Η, Θ[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 ζαχαρώνω ζαχάρωσα sugar ζαχαρώνομαι
1 ζεσταίνω ζέστανα heat ζεσταίνομαι
2A ζητώ ζήτησα request
1 ζω έζησα live
1 θέλω θέλησα want
1 θέτω έθεσα
1 θυμιατίζω θυμιάτισα burn θυμιατίζομαι
1 θυμίζω θύμισα remind

Table of Contents: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω


Κ[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 καθαρίζω καθάρισα clean καθαρίζομαι
1 καθιερώνω καθιέρωσα consecrate καθιερώνομαι
1 καίγω, καίω έκαψα destroy καίγομαι
1 καίω, καίγω έκαψα destroy καίγομαι
1 καλύπτω κάλυψα cover καλύπτομαι
2B καλώ κάλεσα summon
1 κάνω έκανα do
1 καταβάλλω κατέβαλα overpower καταβάλλομαι
1 καταθέτω κατέθεσα testify κατατίθεμαι
1 καταλαβαίνω κατάλαβα understand
1 καταλαμβάνω κατέλαβα seize καταλαμβάνομαι
1 καταπίνω κατάπια swallow καταπίνομαι
1 καταπλήσσω κατέπληξα
1 καταστρέφω κατέστρεψα, κατάστρεψα destroy καταστρέφομαι
1 κατάσχω κατάσχεσα, κατέσχεσα confiscate κατάσχομαι
1 καταφέρνω κατάφερα manage
1 καταφέρω κατάφερα inflict καταφέρομαι
1 καταφεύγω κατέφυγα shelter
2AB καταφρονώ despise
1 κατεβαίνω κατέβηκα descend
2AB κατηγορώ accuse
2B κατοικώ κατοίκησα live
2A κεντώ embroider
1 κερδίζω κέρδισα gain κερδίζομαι
1 κηρύσσω, κηρύττω κήρυξα preach κηρύσσομαι
1 κηρύττω, κηρύσσω κήρυξα preach κηρύττομαι
2AB κινώ set off
2B κινώ move
1 κλαίγω, κλαίω έκλαψα weep κλαίγομαι
1 κλαίω, κλαίγω έκλαψα weep κλαίγομαι
1 κλάνω έκλασα fart
1 κλέβω έκλεψα
1 κλειδώνω κλείδωσα lock κλειδώνομαι
1 κλείνω έκλεισα close κλείνομαι
1 κόβω έκοψα cut κόβομαι
2AB κοινωνώ receive communion
1 κοιτάζω κοίταξα look at κοιτάζομαι
2A κολλώ stick
1 κοστίζω κόστισα cost
2A κουβαλώ κουβάλησα carry
1 κουράζω κούρασα tire κουράζομαι
2A κρατώ κράτησα hold
2A κρεμώ hang
1 κρίνω έκρινα judge κρίνομαι
1 κρύβω έκρυψα hide κρύβομαι
1 κτίζω, χτίζω έκτισα build κτίζομαι
2A κυβερνώ govern
2AB κυκλοφορώ circulate

Table of Contents: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω


Λ[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 λαβαίνω λάμβανα receive
2AB λαλώ talk, warble
1 λαμβάνω λάμβανα receive λαμβάνομαι
1 λαχαίνω έλαξα
1 λέγω, λέω είπα tell λέγομαι
1 λείπω έλειψα be away
1 λεπταίνω, λεπτύνω λέπτυνα
1 λεπτύνω, λεπταίνω λέπτυνα
1 λέω, λέγω είπα tell λέγομαι
1 λήγω έληξα expire
2AB λιποθυμώ faint
1 λύνω έλυσα loosen λύνομαι

Table of Contents: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω


Μ, Ν[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 μαζεύω μάζεψα gather μαζεύομαι
1 μαθαίνω έμαθα learn
1 μανθάνω εξέμαθα
1 μαλώνω μάλωσα quarrel
2AB μαρτυρώ bear witness
1 μειγνύω έμειξα
2A μελετώ study
1 μένω έμεινα remain
1 μετέχω μετείχα, μετέσχον
2A μετρώ μέτρησα measure, count
2A μιλώ μίλησα speak
1 μοιάζω έμοιασα resemble
1 μοιράζω μοίρασα distribute μοιράζομαι
1 μπαίνω μπήκα enter
1 μποδίζω, εμποδίζω μπόδισα, εμπόδισα prevent εμποδίζομαι
2B μπορώ μπόρεσα can
1 νέμω ένειμα
2A νικώ νίκησα win, conquer
1 νιώθω, νοιώθω ένιωσα, ένοιωσα feel
1 νοιώθω, νιώθω ένοιωσα, ένιωσα feel
1 νομίζω νόμισα think
1 ντύνω έντυσα dress ντύνομαι

Table of Contents: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω


Ξ, Ο[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
2A ξεκινώ begin, start
2A ξενυχτώ stay up at night
1 ξέρω ήξερα know
2A ξεχνώ ξέχασα forget
1 ξοδεύω ξόδεψα spend ξοδεύομαι
2A ξυπνώ ξύπνησα awaken
1 οδηγώ οδήγησα drive οδηγούμαι
2AB οικονομώ save money
1 ονομάζω ονόμασα name ονομάζομαι
1 ορίζω όρισα define ορίζομαι
1 οφείλω όφειλα owe

Table of Contents: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω


Π, Ρ[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 παθαίνω έπαθα
1 παίζω έπαιξα play παίζομαι
1 παίρνω πήρα take παίρνομαι
1 πάλλω έπαλα
1 παντρεύω πάντρεψα marry παντρεύομαι
1 παραγγέλλω, παραγγέλω παράγγειλα, παρήγγειλα
1 παραδίδω, παραδίνω παρέδωσα, παράδωσα deliver παραδίδομαι
1 παραδίνω, παραδίδω παρέδωσα, παράδωσα deliver παραδίνομαι
2A παρακαλώ παρακάλεσα thank
2B παρακολουθώ παρακολούθησα attend
1 παραλαβαίνω, παραλαμβάνω παρέλαβα receive
1 παραλαμβάνω, παραλαβαίνω παρέλαβα receive παραλαμβάνομαι
1 παραλείπω παρέλειψα omit παραλείπομαι
1 παραλύω παρέλυσα, παράλυσα paralyse
1 παραμένω παρέμεινα linger, remain
1 παρεισφρέω παρεισέφρησα infiltrate
1 παρέχω παρείχα, παρέσχον give παρέχομαι
2AB παρηγορώ console
1 παρισταίνω, παριστάνω, παριστώ παρέστησα
1 παριστάνω, παρισταίνω, παριστώ παρέστησα
παριστώ, παριστάνω, παρισταίνω
1 παρουσιάζω παρουσίασα appear
2A πατώ step on, tread
1 πάω, πηγαίνω πήγα go
1 πεθαίνω πέθανα die
2A πεινώ hunger
1 πειράζω πείρασα annoy
1 περιγράφω περιέγραψα describe
1 περιμένω περίμενα wait
2A περνώ πέρασα pass
2A περπατώ περπάτησα walk
1 πετυχαίνω πέτυχα, επέτυχα succeed
2A πετώ πέταξα throw, fly
1 πέφτω έπεσα fall
1 πηγαίνω, πάω πήγα go
2A πηδώ jump
1 πιάνω έπιασα catch
1 πίνω ήπια drink πίνομαι
1 πιστεύω πίστεψα believe
1 πλάθω έπλασα shape
1 πλέκω έπλεξα knit
1 πλένω έπλυνα wash
1 πλέω έπλευσα
1 πληρώνω πλήρωσα pay
1 πλησιάζω πλησίασα approach
1 πλήττω έπληξα
1 πνέω έπνευσα
1 ποικίλλω ποίκιλα
2A πολεμώ πολέμησα fight
2A πουλώ sell
1 προγραμματίζω προγραμμάτισα plan
1 προετοιμάζω προετοίματισα prepare
1 προλαβαίνω πρόλαβα avert
1 προλαμβάνω πρόλαβα anticipate
2A* προσδοκώ expect
1 προσέχω πρόσεξα notice, observe
1 προσθέτω πρόσθεσα add
2B προσκαλώ προσκάλεσα invite
2B προσπαθώ προσπάθησα try, attempt
1 προστατεύω προστάτεψα protect
1 προσφέρω προσέφερα, πρόσφερα offer
1 προτείνω πρότεινα suggest
2A προτιμώ prefer
1 προφτάνω, προφταίνω πρόφτασα anticipate
1 προφταίνω, προφτάνω πρόφτασα anticipate
2AB προχωρώ go forward
1 πταίω, φταίω έφταιξα be to blame
2B πωλώ + sell
1 ρέω έρρευσα
1 ρίχνω έριξα throw
2A ρουφώ suck
2A ρωτώ ρώτησα ask

Table of Contents: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω


Σ[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 σέρνω, σύρω, σούρνω έσυρα pull
1 σαπίζω σάπισα rot
1 σβήνω έσβησα extinguish
1 σηκώνω σήκωσα raise
1 σημαίνω σήμανα ring
1 σκάβω έσκαψα dig
1 σκοπεύω σκόπευσα intend
2A σκουντώ shove
1 σούρνω, σέρνω, σύρω έσουρα pull
1 σπάζω έσπασα break
1 σπείρω, σπέρνω έσπειρα
1 σπέρνω, σπείρω έσπειρα
2A σπω break
2A σταματώ σταμάτησα stop
1 στέκω στάθηκα stand-up
1 στέλλω, στέλνω έστειλα send
1 στέλνω, στέλλω έστειλα send
2B στερώ στέρησα deprive
1 στρέφω έστρεψα
1 σπρώχνω έσπρωξα push
1 στοιχίζω στοίχισα cost
1 συγχαίρω συγχάρηκα congratulate
1 συγκεντρώνω συγκέντρωσα gather
2A συγχωρώ forgive
2AB συζητώ συζήτησα discuss
2AB συμπαθώ forgive, like
1 συμπληρώνω συμπληρώσα fill-in
2A συναντώ συνάντησα meet
1 συνάπτω σύναψα, συνήψα join
1 συνδυάζω συνδύασα combine
1 συνεχίζω συνέχισα continue
1 συνηθίζω συνήθισα get used to
1 συνοδεύω συνόδεψα accompany
1 συντρέχω συνέτρεζα help
1 σύρω, σέρνω, σούρνω έσυρα pull
1 συστήνω, συστιστώ σύστησα introduce
συστιστώ, συστήνω συνέστησα introduce
σφάλλομαι, σφάλλω
1 σφάλλω, σφάλλομαι έσφαλα
1 σχηματίζω σκημάτισα form
1 σώζω έσωσα save, rescue
1 σωπαίνω σώπασα

Table of Contents: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω


Τ, Υ[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 ταξιδεύω ταξίδεψα travel
1 τείνω έτεινα
1 τελειώνω τελείωσα finish
1 τέμνω έταμα, έτμησα
1 τερματίζω τερμάτισα finish, end
1 τηγανίζω τηγάνισα fry
2AB τηλεφωνώ τηλεφώνησα telephone
2A τιμώ honour
2B τοποθετώ place
2A τραβώ pull
2A τραγουδώ τραγούδησα sing
1 τρέπω έτρεψα
2A τρυπώ drill
1 τρέφω έθρεψα feed
1 τρέχω έτρεξα run
1 τρώγω, τρώω έφαγα eat
1 τρώω, τρώγω έφαγα eat
2A τσιμπώ sting, prick
1 τυλίγω τύλιξα roll
2AB τυραννώ torture
1 υπακούω υπάκουσα obey
1 υπάρχω υπήρξα exist
1 υπερασπίζω υπεράσπισα defend
1 υπογράφω υπέγραψα, υπόγραψα sign

Table of Contents: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω


Φ, Χ, Ψ, Ω[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 φέρνω έφερα bring
1 φέρω έφερα bring
1 φεύγω έφυγα leave
1 φθάνω, φτάνω έφθασα arrive
1 φθείρω έφθειρα
2AB φιλώ kiss
1 φρεσκάρω φρέσκαρα, φρεσκάρισα refresh
1 φροντίζω φρόντισα care for
1 φταίω, πταίω έφταιξα be to blame
1 φτάνω, φθάνω έφτασα arrive
1 φτιάχνω έφτιαξα make
2AB φυλλομετρώ leaf through
2A φυσώ blow
1 φωνάζω φώναξα cry
2A χαιρετώ greet
1 χαίρω be glad
2A χαλώ χάλασα spoil
1 χάνω έχασα lose
1 χέω έχυσα
1 χορεύω χόρεψα dance
1 χορταίνω χόρτασα
1 χρεώνω χρέωσα debit
2B χρησιμοποιώ χρησιμοποίησα use
1 χτίζω, κτίζω έχτισα build χτίζομαι
2A χτυπώ beat
1 χύνω έχυσα pour
2AB χωρώ fit in, have room
1 ψάλλω, ψέλνω έψαλα sing
1 ψάχνω έψαξα search
1 ψέλνω, ψάλλω έψαλα sing
2A* ωχριώ turn pale
2B ωφελώ benefit