Category:Greek transitive verbs
Appearance
| Newest and oldest pages |
|---|
| Newest pages ordered by last category link update: |
| Oldest pages ordered by last edit: |
Greek verbs that indicate actions, occurrences or states directed to one or more grammatical objects.
| Jump to: Top – Αα Ββ Γγ Δδ Εε Ζζ Ηη Θθ Ιι Κκ Λλ Μμ Νν Ξξ Οο Ππ Ρρ Σσς Ττ Υυ Φφ Χχ Ψψ Ωω |
Pages in category "Greek transitive verbs"
The following 200 pages are in this category, out of 543 total.
(previous page) (next page)Α
- αγαλλιάζω
- αγιάζω
- αγκαθιάζω
- αδειάζω
- αηδιάζω
- αιτιώμαι
- ακούω
- ακριβαίνω
- αλαλιάζω
- αληθεύω
- ανάβω
- αναγαλλιάζω
- αναζωπυρώνω
- αναθαρρύνω
- ανακάμπτω
- αναμερίζω
- ανασαλεύω
- ανεβάζω
- ανεβαίνω
- ανθρωπεύω
- ανοικοδομώ
- ανοσταίνω
- αντικατοπτρίζω
- αντιλέγω
- απαξιώνω
- απευθύνω
- απεχθάνομαι
- απογειώνω
- αποδεσμεύω
- αποθαρρύνω
- αποκρύπτω
- απομακρύνω
- αποπίνω
- αποπλανώ
- αποπληρώνω
- αποπλύνω
- αποπνίγω
- αποποινικοποιώ
- αποπροσανατολίζω
- απορρίχνω
- απορφανίζω
- αποσβολώνω
- αποσκεπάζω
- αποσκληρύνω
- αποσοβώ
- αποστερώ
- αποστομώνω
- αποστραγγίζω
- αποσφραγίζω
- αποσχηματίζω
- αποτάσσω
- αποτοξινώνω
- αποτριχώνω
- αποτυπώνω
- αποτυφλώνω
- αποφλοιώνω
- αποφυλακίζω
- αποχαρακτηρίζω
- αραδιάζω
- αργάζω
- αργώ
- αρθρώνω
- αρμαθιάζω
- αρραβωνιάζω
- αρχαΐζω
- άρχω
- αρωματίζω
- ασπρίζω
- αστράφτω
- αυξάνω
- αυξομειώνω
- αφανίζω
- αφορά
Β
Γ
Δ
- δαγκώνω
- δαιμονοποιώ
- δέρνω
- δεσμεύω
- διαβάζω
- διαβλέπω
- διαδέχομαι
- διακατέχω
- διακινώ
- διακρίνω
- διανέμω
- διαπιστώνω
- διαπραγματεύομαι
- διαρρυθμίζω
- διασκελίζω
- διασταυρώνω
- διαστρεβλώνω
- διασφαλίζω
- διαφοροποιώ
- διαφωτίζω
- διενεργώ
- διερευνώ
- διευκρινίζω
- διευρύνω
- δικαιολογώ
- δίνω σημασία
- δοκιμάζω
- δραστηριοποιώ
- δυσαρεστώ
Ε
- εγκλωβίζω
- εγκρίνω
- ειδικεύω
- είμαι
- εισάγω
- εισπράττω
- εκδηλώνω
- εκλύω
- εκνευρίζω
- εκπέμπω
- εκπλήσσω
- εκπροσωπώ
- εκταμιεύω
- εκτελώ
- εκτινάσσω
- εκτοξεύω
- ελαφραίνω
- ελευθερώνω
- ελπίζω
- εμπιστεύομαι
- εμπλουτίζω
- εμποδίζω
- ενδιαφέρω
- ενδυναμώνω
- ενοχλώ
- ενσωματώνω
- εντάσσω
- εντείνω
- εξαγνίζω
- εξαντλώ
- εξασκώ
- εξατομικεύω
- εξεγείρω
- εξειδικεύω
- εξελληνίζω
- εξευτελίζω
- εξισορροπώ
- εξιστορώ
- εξισώνω
- εξοικειώνω
- εξομολογούμαι
- εξομολογώ
- εξουθενώνω
- εξουσιοδοτώ
- επαινώ
- επανδρώνω
- επεμβαίνω
- επευφημώ
- επιβάλλω
- επιβαρύνω
- επιβεβαιώνω
- επιβραβεύω
- επιβραδύνω
- επιδεικνύω
- επιδεινώνω
- επικαλούμαι
- επικαλύπτω