Category:grc:Rhetoric

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Recent additions to the category
  1. κόμμα
  2. κατασκευή
  3. στοιχεῖον
  4. εὐέλεγκτος
  5. πρόληψις
  6. ἰσοσκελής
  7. συλλογισμός
  8. ἀντίθετον
  9. μέθοδος
  10. πρόσληψις
Oldest pages ordered by last edit
  1. μέθοδος
  2. ἀσύνδετον
  3. δεῦρο
  4. πρόσληψις
  5. συλλογισμός
  6. ἰσοσκελής
  7. πρόληψις
  8. εὐέλεγκτος
  9. μεταφορά
  10. κατασκευή

» All languages » Ancient Greek language » All topics » Communication » Language » Rhetoric

Ancient Greek terms related to rhetoric.