From Wiktionary, the free dictionary
Learned borrowing from Ancient Greek ἀναπτύσσω ( anaptússō ) .
IPA (key ) : /a.naˈpti.so/
Hyphenation: α‧να‧πτύσ‧σω
αναπτύσσω • (anaptýsso ) (past ανέπτυξα /ανάπτυξα , passive αναπτύσσομαι )
to unfold
to develop , evolve , expand upon, expound
αναπτύσσω αναπτύσσομαι
Active voice ➤
Passive voice ➤
Indicative mood ➤
Imperfective aspect ➤
Perfective aspect ➤
Imperfective aspect
Perfective aspect
Non-past tenses ➤
Present ➤
Dependent ➤
Present
Dependent
1 sg
αναπτύσσω
αναπτύξω
αναπτύσσομαι
αναπτυχθώ
2 sg
αναπτύσσεις
αναπτύξεις
αναπτύσσεσαι
αναπτυχθείς
3 sg
αναπτύσσει
αναπτύξει
αναπτύσσεται
αναπτυχθεί
1 pl
αναπτύσσουμε , [αναπτύσσομε ]
αναπτύξουμε , [αναπτύξομε ]
αναπτυσσόμαστε
αναπτυχθούμε
2 pl
αναπτύσσετε
αναπτύξετε
αναπτύσσεστε , αναπτυσσόσαστε
αναπτυχθείτε
3 pl
αναπτύσσουν (ε )
αναπτύξουν (ε )
αναπτύσσονται
αναπτυχθούν (ε )
Past tenses ➤
Imperfect ➤
Simple past ➤
Imperfect
Simple past
1 sg
ανέπτυσσα
ανέπτυξα , ανάπτυξα
αναπτυσσόμουν (α )
αναπτύχθηκα
2 sg
ανέπτυσσες
ανέπτυξες , ανάπτυξες
αναπτυσσόσουν (α )
αναπτύχθηκες
3 sg
ανέπτυσσε
ανέπτυξε , ανάπτυξε
αναπτυσσόταν (ε )
αναπτύχθηκε
1 pl
αναπτύσσαμε
αναπτύξαμε
αναπτυσσόμασταν , (αναπτυσσόμαστε )
αναπτυχθήκαμε
2 pl
αναπτύσσατε
αναπτύξατε
αναπτυσσόσασταν , (αναπτυσσόσαστε )
αναπτυχθήκατε
3 pl
ανέπτυσσαν , αναπτύσσαν (ε )
ανέπτυξαν , αναπτύξαν (ε ), ανάπτυξαν
αναπτύσσονταν , (αναπτυσσόντουσαν )
αναπτύχθηκαν , αναπτυχθήκαν (ε )
Future tenses ➤
Continuous ➤
Simple ➤
Continuous
Simple
1 sg
θα αναπτύσσω ➤
θα αναπτύξω ➤
θα αναπτύσσομαι ➤
θα αναπτυχθώ ➤
2,3 sg , 1,2,3 pl
θα αναπτύσσεις , …
θα αναπτύξεις , …
θα αναπτύσσεσαι , …
θα αναπτυχθείς , …
Perfect aspect ➤
Perfect aspect
Present perfect ➤
έχω , έχεις , … αναπτύξει έχω, έχεις, … αναπτυγμένο , ‑η, ‑ο / ανεπτυγμένο , ‑η, ‑ο ➤
έχω, έχεις, … αναπτυχθεί είμαι , είσαι , … αναπτυγμένος , ‑η, ‑ο / ανεπτυγμένος , ‑η, ‑ο ➤
Past perfect ➤
είχα , είχες , … αναπτύξει είχα, είχες, … αναπτυγμένο , ‑η, ‑ο / ανεπτυγμένο , ‑η, ‑ο
είχα, είχες, … αναπτυχθεί ήμουν , ήσουν , … αναπτυγμένος , ‑η, ‑ο / ανεπτυγμένος , ‑η, ‑ο
Future perfect ➤
θα έχω , θα έχεις , … αναπτύξει θα έχω, θα έχεις, … αναπτυγμένο , ‑η, ‑ο / ανεπτυγμένο , ‑η, ‑ο
θα έχω, θα έχεις, … αναπτυχθεί θα είμαι, θα είσαι, … αναπτυγμένος , ‑η, ‑ο / ανεπτυγμένος , ‑η, ‑ο
Subjunctive mood ➤
Formed using present , dependent (for simple past ) or present perfect from above with a particle (να , ας ).
Imperative mood ➤
Imperfective aspect
Perfective aspect
Imperfective aspect
Perfective aspect
2 sg
ανάπτυσσε
ανάπτυξε
—
αναπτύξου
2 pl
αναπτύσσετε
αναπτύξτε
αναπτύσσεστε
αναπτυχθείτε
Other forms
Active voice
Passive voice
Present participle➤
αναπτύσσοντας ➤
αναπτυσσόμενος , ‑η, ‑ο ➤
Perfect participle➤
έχοντας αναπτύξει ➤
αναπτυγμένος , ‑η, ‑ο / ανεπτυγμένος , ‑η, ‑ο ➤
Nonfinite form➤
αναπτύξει
αναπτυχθεί
Notes Appendix:Greek verbs
• (…) optional or informal. […] rare. {…} learned, archaic. • Multiple forms are shown in order of reducing frequency. • Periphrastic imperative forms may be produced using the subjunctive.