Category:el:Christianity

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Recent additions to the category
  1. πατριάρχης
  2. σταυρός
  3. κοιμάμαι
  4. Παναγία
  5. ορθόδοξη
  6. ορθόδοξος
  7. βαπτιστικός
  8. Παύλος
  9. Πέτρος
  10. Ιωάννης
Oldest pages ordered by last edit
  1. Μητρόπολη
  2. Θεοτόκος
  3. Μητροπολίτης
  4. Ανατολικός Ορθόδοξος
  5. ομολογητής
  6. Καπουτσίνος
  7. Υπαπαντή
  8. αναθεματίζω
  9. αφορίζω
  10. Παράκλητος

» All languages » Greek language » All topics » Society » Culture » Religion » Christianity

Greek terms related to Christianity.