αποκαθιστώ

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to navigation Jump to search

Greek[edit]

Alternative forms[edit]

Verb[edit]

αποκαθιστώ (apokathistó) (simple past αποκατέστησα, αποκατάστησα, passive αποκαθίσταμαι)

  1. repair, restore to normal
    πρέπει να αποκαταστήσουμε τη βλάβη στο δίκτυο ύδρευσης (we must repair the damage to the water supply)
  2. provide for (financially)
  3. (colloquial) marry off, marry
    Δεν ήθελε να νυμφευτεί ο ίδιος πριν αποκαταστήσει την αδελφή του. (He will not marry until he has married off his sister.)

Conjugation[edit]

This verb needs an inflection-table template.