αποκαθιστώ

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to navigation Jump to search

Greek[edit]

Alternative forms[edit]

Pronunciation[edit]

  • IPA(key): /a.po.ka.θiˈsto/
  • Hyphenation: α‧πο‧κα‧θι‧στώ

Verb[edit]

αποκαθιστώ (apokathistó) (past αποκατέστησα/αποκατάστησα, passive αποκαθίσταμαι, p‑past αποκαταστάθηκα, ppp αποκατεστημένος)

  1. repair, restore to normal
    πρέπει να αποκαταστήσουμε τη βλάβη στο δίκτυο ύδρευσης (we must repair the damage to the water supply)
  2. provide for (financially)
  3. (colloquial) marry off, marry
    Δεν ήθελε να νυμφευτεί ο ίδιος πριν αποκαταστήσει την αδελφή του. (He will not marry until he has married off his sister.)

Conjugation[edit]

Related terms[edit]

See also[edit]