διαιρώ

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Verb[edit]

διαιρώ ‎(diairó) ‎(simple past διαίρεσα, passive form διαιρούμαι)

  1. divide, split, disunite
    Ο εμφύλιος πόλεμος διαίρεσε τους Έλληνες. (The Civil War divided the Greeks.)

Conjugation[edit]