μπορώ

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Verb[edit]

μπορώ (boró)    simple past:  μπόρεσα (bóresa)

  1. can, be able
    μπορείς αύριο; (can you make it tomorrow?)
    μπορούν να μιλήσουν Ελληνικά; (can they speak Greek?)
    μπορείς να πετύχεις τα πάντα (you can accomplish everything)
  2. may
    Μπορώ; (May I?)
    μπορώ να έχω ένα ποτήρι νερό; (may I have a glass of water?)
    μπορεί να βρέξει αύριο (it may rain tomorrow)
  3. (3rd person singular - μπορεί) it is possible
    δεν μπορεί (it is not possible)
    δεν μπορεί να (it cannot be)

Conjugation[edit]