Category:Greek terms calqued from English
Appearance
| Newest and oldest pages |
|---|
| Newest pages ordered by last category link update: |
| Oldest pages ordered by last edit: |
Greek terms that were calqued from English, i.e. terms formed by piece-by-piece translations of English terms.
To categorize a term into this category, use {{cal|el|en|source_term}} (or {{clq|...}} or {{calque|...}}, using the same syntax), where source_term is the English term that the term in question was borrowed from.
Pages in category "Greek terms calqued from English"
The following 183 pages are in this category, out of 183 total.
Α
- αγκινάρα της Ιερουσαλήμ
- αγνωστικιστής
- αγνωστικίστρια
- αεριόφως
- αεροπλανοφόρο
- αεροστεγής
- αεροσυνοδός
- αεροφωτογραφία
- αθόρυβος
- αιωροπτεριστής
- αλεξίσφαιρος
- αμφιφυλόφιλος
- αναβαθμίζω
- αναγνωσιμότητα
- αναδανεισμός
- ανανεώσιμος
- αναποτελεσματικός
- αναπτήρας
- ανασκόπηση
- ανδροκρατία
- ανεπάρκεια
- ανεπαρκής
- ανεπαρκώς
- ανθρωπόπαυση
- ανορθόδοξος
- αντικαπνιστικός
- αντιπαχυντικός
- αξιοκρατία
- απεργοσπάστης
- αποικιοκρατία
- αποκαρδιώνω
- αποσταθεροποιώ
- αστεγία
- ατμόπλοιο
- αυτεπαγωγή
- αυτοκινούμενος
- αυτοκόλλητος
- αυτοπεποίθηση