Category:el:Law

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Recent additions to the category
  1. δικαστικός
  2. δικαστίνα
  3. δικαστής
  4. εξέταση
  5. υποχρέωση
  6. δικαίωμα
  7. ακαταλόγιστο
  8. εφετικός
  9. εφετείο
  10. έφεση
Oldest pages ordered by last edit
  1. εταιρεία περιορισμένης ευθύνης
  2. όρος
  3. επιφύλαξη
  4. δίκη
  5. διαθήκη
  6. εκτέλεση
  7. υπόθεση
  8. νομικός
  9. άλλοθι
  10. συνήγορος

» All languages » Greek language » All topics » Society » Law

Greek terms related to the science and practice of law.

Subcategories

This category has the following 3 subcategories, out of 3 total.

C

I

L