Appendix:Greek abbreviations

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to navigation Jump to search

See also these categories:

Notes[edit]

  • Polytonic script is included in parenthesis if different. Found in greek dictionaries published prior 1982.
  • References

Table of Contents: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω


Α[edit]

Abbreviation Term English Note
Α. ανατολικός east
ά. άλλως otherwise
ά., άρθρ. άρθρο article
α.α. αντ. αυτού instead
α.α. αύξων αριθμός serial number
α.α. αριθμός αντιτύπου copy number
α' συνθ. πρώτο συνθετικό 1st combining form
Α.Β.Α.Β. Αποθήκη Βιομηχανικών Αερίων Βάσεως A military gas production unit Β.Ε.Β
αβέβ. αβέβαιος uncertain
αγγλ. αγγλικός, -ή, -ό English
άγν. άγνωστος unknown
αε. αρχαιοελληνικός (related to) Ancient Greece
άκλ. άκλιτος, -ή, -ό invariable, undeclinable
αεροπ. αεροπορία aviation
αθλ., αθλητ. αθλητισμός, αθλητικός, -ή, -ό sport
αι. αιώνας century
αιγυπτ. αιγυπτιακός, -ή, -ό Egyptian
αιτ. αιτιατική accusative
αιτιολ. αιτιολογικός, -ή, -ό aetiological, explanatory
αμτβ., αμετβ. αμετάβατος, -ή, -ό intransitive
ανατ. ανατολικός, -ή, -ό Anatolian
ανατ., ανατομ. ανατομία anatomy
αναφ., αναφορ. αναφορά, αναφορικός, -ή, -ό reference, referential, relative
ανδρων. ανδρωνυμικό andronym
ανεπ. ανεπίσημος, -ή, -ό informal
ανθ. ανθοκομία floriculture
ανθρωπ. ανθρωπολογία anthropology
ανομ. ανομοίωση dissimilation
αντ. αντίθετος opposite, backward
αντιδ., αντιδάν. αντιδάνειο reborrowing
αντικ. αντικείμενο object grammar/linguistics
αντικ. αντικειμενικός objective grammar/linguistics
αντων. αντωνυμία pronoun
ανώμ. ανώμαλος irregular
αόρ., αόριστ. αόριστος aorist, past tense; indefinite; preterite
απόλ. απόλυτος, -ή, -ό cardinal number
απαρ., απρφ., απρμφ. απαρέμφατο infinitive
απλολ. απλολογία haplology
απόδ. απόδοση apodosis
αποθ. αποθετικός, -ή, -ό deponent
αποθ. ρ. αποθετικό ρήμα deponent verb
απρόσ. απρόσωπος, -ή, -ό impersonal
άρθρ., ά. άρθρο article
αριθ., αριθμ. αριθμητική arithmatic
αριθ., αριθμ. αριθμητικός numerical, arithmetical
αριθ., αριθμ. αριθμός number, numeral
Αρ., Αριθ. αριθμός No., number
αρνητ. αρνητικός, -ή, -ό negative, disapproving
αρσ., ΑΡΣ. αρσενικός masculine
αρχ. αρχαίος ancient αρχαία ιστορία (ancient history)
αρχαιολ. αρχαιολογία archaeology
αρχαιοπρ. αρχαιοπρεπής archaic
αρχαϊστ. αρχαϊστικός archaistic
αρχιτ. αρχιτεκτονική architecture
αστρολ. αστρολογία astrology
αστρον. αστρονομία astronomy
ασυνίζ. ασυνίζητος, -η, -ο no synizesis
αυτ. αυτόθι ibid., ibidem
αυτοκιν. αυτοκίνητο automobile
αφηρ. αφηρημένος, -η, -ο abstract
αχώρ. αχώριστος, -η, -ο inseparable

Β[edit]

Abbreviation Term English Note
Β, βόρ. βόρειος north
β' συνθ. δεύτερο συνθετικό 2nd combining form
βαθ. βαθμός grade, rank, degree
Β.Ε.Β. Βιομηχανικά Εργοστάσια Βάσεως A military gas production unit Α.Β.Α.Β.
βεβαιωτ. βεβαιωτικός positive, affirmative
βενετ. βενετικά, βενετικός Venetian
βιολ. βιολογία biology
βιομηχ. βιομηχανία industry
βιοχημ. βιοχημεία biochemistry
βλ. βλέπε see
βλ.λ. βλέπε λέξη see word
βόρ., Β βόρειος north
βοτ., βοταν. βοτανική botany

Γ[edit]

Abbreviation Term English Note
γαλλ. γαλλικά French language
γαλλ. γαλλικός, ή, ό French, Gallic
γεν. γενική genitive grammar
γεν., γενικ. γενικά general, in general
γενικ., γενικότ. γενικότερα general, generally
γερμ. γερμανικός German, Germanic
γεωγρ. γεωγραφία geography
γεωλ. γεωλογία geology
γεωμ. γεωμετρία geometry
γεωργ. γεωργία agriculture
γλωσσ. γλωσσολογία linguistics
γλωσσ. γλώσσα language
γρ. γραπτός, -ή, -ό written
γρ. γραφή writting
γραμμ. γραμματικός, -ή, -ό grammar, grammatical
γυμν., γυμναστ. γυμναστική gymnastics

Δ[edit]

Abbreviation Term English Note
δ.γρ. διάφορος γραφή
δ.δίστ. δημοτικό δίστιχο
δεικτ. δεικτικός demonstrative
δ. δες see
δηλ. δηλαδή namely, i.e.
δημ. δημοτική
δημ.τραγ. δημοτικό τραγούδι
δημοτ.τ. δημοτικός τύπος
διαλεκτ. διαλεκτικός dialectal
διάφ. διάφορος
διαφ. διαφορετικός
διάφ.γρ. διάφορος γραφή
διεθν. διεθνής
διεθν.δικ. διεθνές δίκαιο
διοικ. διοίκηση administration
δοτ. δοτική
δυτ. δυτικός
δύσχρ. δύσχρηστος rare

Ε[edit]

Abbreviation Term English Note
εβρ. εβραϊκός Hebrew
εθν. εθνικός national
εθνολ. εθνολογία ethnology
ειδ. ειδικός special, expert
ειδικ., ειδικότ. ειδικότερα especially
ειρων. ειρωνικά ironical
εκ. εκατομμύριο million
εκκλ. εκκλησία, εκκλησιαστικός church
έκφρ. έκφραση expression(s)
ελλ. ελλάδα, ελληνικός Greece, greek
ελλ. ελλιπής incomplete
ελλειπτ. ελλειπτικό defective
ελνστ. ελληνιστικός Hellenistic grammar
εμπόρ. εμπόριο commerce
εμπρόθ. εμπρόθετος prepositional
εν. ενικός singular
εναντιωμ. εναντιωματικός adversative
ενεργ. ενεργητικός active
ενεστ. ενεστώτας present tense
ενν. εννοείται it is understood
εξ., εξακολ. εξακολουθητικός continuous, imperfective verbal aspect
επέκτ. επέκταση spreading and see κατ' επέκτ
επίθ. επίθετο adjective, adjectival
επίθ. επίθημα suffix
επίρρ. επίρρημα adverb, adverbial
επίσ. επίσημο formal
επίσης επίσης also
επιμερ. επιμεριστικός distributive
επιρρ. επίρρημα adverb, adverbial
επίσ. επίσημο formal
επιστημ. επιστημονικός scientific
επιτατ. επιτατικό intensive
επιφ., επιφών. επιφώνημα exclamation
επιφ. επιφωνηματικός exclamatory
έρρ. ένρινος, έρρινος nasal
ερωτ., ερωτημ. ερωτηματικός interrogative
εσφ., εσφαλμ. εσφαλμένος mistaken
ευφημ. ευφημισμός euphemism
ευχετ. ευχετικός expressing wishes
ευχρ. ευχρηστος currently

Κ[edit]

Abbreviation Term English Note
κ. και αλλού and elsewhere
Κ. κεντρικός central geography. As in "Κ. Αμερική" (Central America).
ΚΑ κεντροανατολικός central eastern geography.
κ.ά. και άλλα etc.
καθημ. καθημερινός everyday, workaday, commonplace
κακόσ. κακόσημος pejorative lexicography. Literally: with bad, negative sense. Antonym: εύσημος (meliorative)
καλ.τέχν. καλές τέχνες fine arts French: beaux-arts
καρ. καρικός, καρική (γλώσσα) Carian linguistics. Cf. Anatolian languages.
κατ' επέκτ. κατ' επέκταση, κατ' επέκτασιν consequently. Literally: by extension.
κατάλ. κατάληξη, καταληκτικός ending grammar.
κατατ. κατατεθέν (σήμα κατατεθέν) registered (registered trademark)
καταχρ. καταχρηστικός|catachrestic, of misapplication, spurious grammar. As in καταχρηστική δίφθογγος (spurious diphthong)
ΚΔ κεντροδυτικός central western geography.
Κ.Δ. Καινή Διαθήκη New Testament
κ.ε., κ.εξ. και εξής and onwards
κελτ. κελτικός Celtic
κεφ. κεφαλαίο capital, u/c grammar.
κινεζ. κινεζικός Chinese
κινημ. κινηματογράφος cinema
κλητ. κλητική (πτώση) vocative (case) grammar. Latin: (cāsus) vocātīvus.
κλιτ. κλιτικός inflectional grammar. As in κλιτικό παράδειγμα (paradigm)
κλπ., κ.λπ. και λοιπά etc, et cetera
κοινων., κοινωνιολ. κοινωνιολογία sociology
κ.ο.κ. και ούτω καθεξής and so forth
κοπτ. κοπτικός Coptic
κοσμογρ. κοσμογραφία cosmography geography.
κπ. κάποιο(ν) so, s.o. someone
κτ. κάτι sth, something
κτγ. κατηγορούμενο predicative grammar. Compare to κατηγόρημα (predicate).
κτητ. κτητικός possessive grammar. As in κτητικές αντωνυμίες (possessive pronouns)
κτλ, κ.τ.λ. και τα λοιπά etc, et cetera
κ.τ.ό. και τα όμοια (Latin:) idem
κυπρ. κυπριακός Cypriot
κυρ. κυρίως chiefly, mainly
κύρ. κύριος main grammar: κύρια πρόταση (main clause). Compare to δευτερεύουσα πρόταση (subordinate clause)
κυριολ. κυριολεκτικός literary

Λ[edit]

Abbreviation Term English Note
λ., λέξ. λέξη word
λ. λήμμα lemma
λαϊκ. λαϊκός common, vulgar, layman
λαϊκ. in plural: λαϊκά (τραγούδια) songs of the people music. Compare to δημοτικά: folksongs
λαϊκότ. λαϊκότερος more vulgar
λαϊκότρ. λαϊκότροπος in the fashion of common, vulgar grammar: in the fashion of vernacular.
λαογρ. λαογραφία folklore
λαπ. λαπωνικός Laplandic
λατ. λατινικός, λατινικά Latin, Latin (language)
λέξ., λ. λέξη word
λετ. λετονικός Latvian
λιθ. λιθουανικός Lithuanian
λογ. λογική logic
λογ., λογοτ. λογοτεχνία, λογοτεχνικός literature, literary
λόγ. λόγιος learned, intellectual, formal lexicography: a word used or constructed by learned speakers/writers. Antonym: λαϊκός.
λογιότ. λογιότερος more learned
λογιστ. λογιστική accountancy
λογοτ., λογ. λογοτεχνία, λογοτεχνικός literature, literary
λουβ. λουβικός, λουβική (γλώσσα) Luwian linguistics. Cf. Anatolian languages.
λυδ. λυδικός, λυδική (γλώσσα) Lydian linguistics. Cf. Anatolian languages.
λ.χ. λόγου χάρη, λόγου χάριν e.g., for example

Μ[edit]

Abbreviation Term English Note
μαγειρ. μαγειρική cookery, cooking
μαθημ. μαθηματικά mathematics
μαλαισ. μαλαισιακός Malaysian
μαλτέζ. μαλτέζικος Maltese
μεγεθ. μεγεθυντικός magnifying
grammar: augmentative
grammar. Antonym: diminutive (υποκοριστικό).
μεε. μετοχή ενεργητικού ενεστώτα active present participle grammar.
μειωτ. μειωτικός derogatory lexicography. Also see pejorative, offensive.
μέλλ. μέλλοντας (χρόνος) future (tense) grammar.
μεξικαν. μεξικανικός Mexican
μέσ. μέσος, μέση (φωνή, διάθεση) middle (voice, voice/disposition) grammar.
μεσν., μσν. μεσαιωνικός medieval
μεσογ. μεσογειακός Mediterranean
μεσοπαθ. μεσοπαθητικός mediopassive grammar.
μεσοφ. μεσοφωνηεντικός who is between 2 vowels linguistics. phonetics.
μεσόφ. μεσόφωνος music: mezzo-soprano music.
μεταγεν. Cf. μτγν.
μετάθ. μετάθεση transfer, metathesis linguistics. phonetics.
μετακ. μετακίνηση repositioning linguistics.
μεταπλ. μεταπλασμός, μεταπλασμένος (not exactly metaplasm?) linguistics. phonetics.
μεταπτωτ. μεταπτωτικός relating to ablaut, gradational linguistics. phonetics.
μεταρ. μεταρηματικός word derived from an verb, deverbal linguistics.
μεταφρ. μεταφραστικός who relates to translation
μετβ., μεταβ. μεταβατικός transitional
grammar: transitive
grammar. Transitive verbs. Antonym: αμτβ., αμετβ.
μτφρδ. μεταφραστικό δάνειο calque, loan translation linguistics.
μετεπιθ. μετεπιθετικός word derived from an adjective linguistics.
μετεπιρρ. μετεπιρρηματικός word derived from an adverb linguistics.
μετεωρ. μετεωρολογία meteorology
μετον. μετονοματικός word derived from either an adjective or a noun lilnguistics.
μετουσ. μετουσιαστικός word derived from a  noun linguistics.
μετρ. μετρική metrics poetry. prosody.
μετων. μετωνυμικός metonymy grammar.
μηδενισμ. μηδενισμένος
linguistics: μηδενισμένη βαθμίδα
being set to zero
linguistics: zero-grade
linguistics.
μηχ. μηχανική mechanics physics.
μηχανολ. μηχανολογία engineering, study and construction of machines
μογγολ. μογγολικός Mongolian
μόρ. μόριο particle grammar. linguistics. chemistry.
μορφολ. μορφολογικός morphological linguistics. See morphology.
μουσ. μουσική music
μπε. μετοχή παθητικού ενεστώτα passive present participle grammar.
μππ. μετοχή παθητικού παρακειμένου passive perfect participle grammar.
μσν., μεσν. μεσαιωνικός medieval
μσνλατ. μεσαιωνικός λατινικός, μεσαιωνικά λατινικά (γλώσσα) Medieval Latin
μτγν., μεταγεν. μεταγενέστερος later, subsequent For Greek language it denotes Hellenistic Koine.
μτφ., μεταφ. μεταφορικός figurative, metaphorical grammar. literature. lexicography.
μτχ. μετοχή participle grammar.
μυθολ. μυθολογία, μυθολογικός mythology, mythological
μυκ. μυκηναϊκός Mycenaean
μ.Χ. μετά Χριστόν AD, after Christ Also see π.Χ. (BC).

Ν[edit]

Abbreviation Term English Note
ΝΑ νοτιοανατολικός southeastern Cf. νότ.
ναυτ. ναυτικός marine, nautical
ΝΔ νοτιοδυτικός southwestern Cf. νότ.
νεοελλ. νεοελληνικός neo-Hellenic, modern Greek
νεολ. νεολογισμός neologism linguistics.
νεολατ., νλατ. νεολατινικός neo-Latin See New Latin.
νεότ. νεότερος newer, more recent Also old spelling: νεώτ. (νεώτερος). Compare to παλαιότ.
νεώτ. νεώτερος newer, more recent Ancient spelling of νεότ. (νεότερος). Found in old dictionaries.
νλατ., νεολατ. νεολατινικός neo-Latin See New Latin.
νομ. νομική, νομικός όρος law studies, legal term
νότ. νότιος southern Also see ΝΑ, ΝΔ.

Ξ[edit]

Abbreviation Term English Note
ξέν. ξένος foreign

Ο[edit]

Abbreviation Term English Note
οικ. οικείος familiar
οικοδ. οικοδομική constructional, for buildings
οικολ. οικολογία, οικολογικός ecology, ecological
οικον. οικονομία, οικονομικός economy, economical
ολλανδ. ολλανδικός Dutch, from Holland
όμ. όμοιος similar
ομηρ. ομηρικός Homeric literature.
ομόρρ. ομόρριζος of same root, cognate linguistics.
όν., ον. όνομα, ονόματος name, of a name grammar. As in κύριο όνομα (proper noun), όνομα ουσιαστικό (noun (name)), όνομα επίθετο (adjective (name)). Latin: nōmen, -inis.
ον., ονομ. ονομαστική (πτώση) nominative (case) grammar. Latin: (cāsus) nōminātīvus.
ονομ., ον. ονομαστική (πτώση) nominative (case) grammar. Latin: (cāsus) nōminātīvus.
ονοματοπ. ονοματοποιία, ονοματοποίηση, ονοματοποιημένος onomatopoeia, onomatopoeic linguistics. Also see ηχομιμητικός.
οπτ. οπτική optics
όρ. όρος term
ορθότ. ορθότερος more correct
ορθογρ. ορθογραφία spelling Compare to orthography.
οριστ. οριστική (έγκλιση) indicative (mood) grammar. Latin: (modus) indicātīvus
ορυκτ. ορυκτολογία mineralogy
οσετ. οσετικός Ossetian
οσκ. οσκική (διάλεκτος) Oscan (dialect)
ουαλ. ουαλικός Welsh
ουγγρ. ουγγρικός Hungarian
ουδ. ουδέτερο neuter grammar. Latin: neuter
ουκρ. ουκρανικός Ukrainian
ουμβρ. [ουμβρική (διάλεκτος) Umbrian (dialect)
ουσ. ουσιαστικό noun, substantive grammar. Latin: (nomen) substantīvum
ουσιαστικοπ. ουσιαστικοποίηση, ουσιαστικοποιημένος substantivization, substantivized grammar. linguistics.

Π[edit]

Abbreviation Term English Note
παθ. παθητικός passive grammar. As in passive voice: either passive forms, or passive diathesis, disposition.
παιδ. παιδικός of children
παλ. παλαιός old cf. παλαιότερος: older
παλαιοντ. παλαιοντολογία palaeontology
παλαιότ. παλαιότερος older, previous cf. παλ.
παρ. παροιμία proverb
παρ. έκφρ. παροιμιακή έκφραση proverbial expression
παρ. φρ. παροιμιακή φράση proverbial phrase
παράγ. παράγωγος derivative (adj.) grammar. linguistics. As in word formation.
παραλ. παραλήγουσα (συλλαβή) penult (syllable) grammar. prosody. Latin: penultima syllaba.
παράλ. παράλειψη omission
παράλλ. παράλληλος parallel In space, also in time: synchronic.
παρατ. παρατατικός (χρόνος) imperfect, past continuous (tense) grammar. Latin: imperfēctum (tempus.
παρεκτ. παρεκτεταμένος [[]] linguistics. Compare to εκτεταμένη βαθμίδα (German: Dehnstufe). See ablaut
παρετ. παρετυμολογία, παρετυμολογικός paretymology, false etymology linguistics.
παρωχ. παρωχημένος dated literally: of past times
πατριδων. πατριδωνυμικός patrionymic, from name of country linguistics. Different from patronymic (father's name). Compare to

ethnonym and demonym.

Π.Δ. Παλαιά Διαθήκη Old Testament
περιλ., περιληπτ. περιληπτικός summarising, in few words
περ. περίπου approx. approximately
περιληπτ., περιλ. περιληπτικός summarising, in few words
περιφρ. περιφραστικός periphrastic, in many words Compare to πολυλεκτικός (polylectic) and μονολεκτικός (monolectic)
περσ. περσικός Persian
πιθ. πιθανός, πιθανόν probable, probably
πίν. πίνακας table (diagramme)
πλεοναστ. πλεοναστικός, πλεοναστικά pleonasitc
πληθ. πληθυντικός plural grammar.
πληροφ. πληροφορική informatics, computer science
ποδ. ποδόσφαιρο football (european), soccer
ποιητ. ποιητικός poetic
πολ. πολιτική political, politics
πολ. πολωνικός Polish
πολ. μηχ. πολιτική μηχανική civil engineering
πολλαπλ. πολλαπλασιαστικός multiplicative
πορτογαλ. πορτογαλικός Portuguese
ποσ. ποσοτικός quantitive grammar. linguistics. prosody.
πράγμ., πργ. πράγμα, πράγματα thing
πρακριτ. πρακριτική (γλώσσα) Prakrit (language) linguistics.
πρβ. παράβαλε cf., compare Latin: confer.
πργ., πράγμ. πράγμα, πράγματα thing
πρκ. παρακείμενος present perfect (tense) grammar. verb.
προβηγκ. προβηγκιανός Provençal
προέλ. προέλευση origin
προελλην. προελληνικός prehellenic history. linguistics.
προηγ. προηγούμενος previous, preceding
πρόθ. πρόθεση preposition grammar. Latin: prepositio.
προθεμ. προθεματικός [[]] grammar. ? before the stem. prethematic is different.
προσ. προσωπικός personal grammar. As in personal pronouns, etc.
πρόσ. πρόσωπο person grammar. verb. Latin: persona.
προσηγορ. προσηγορικός [[]] grammar. common nouns)
προστ. προστακτική (έγκλιση) imperative (mood) grammar. verb. Latin: (modus) imperativus.
προφ. προφορικού λόγου oral, spoken literally: oral speech/word.
π.χ., πχ παραδείγματος χάριν e.g. Latin: exempli gratia, for the sake of an example
π.Χ. προ Χριστού, (πρό Χριστοῦ) BC, before Christ Also see μ.Χ. (AD).

Ρ[edit]

Abbreviation Term English Note
ρ. ρήμα (ρῆμα) verb grammar. Latin: verbum.
ρ. ρίζα root grammar. linguistics.
ρηματ. ρηματικός verbal grammar.
ρητορ. ρητορικός rhetoric
ριν. ρινικός nasal linguistics. phonetics.
ρουμ. ρουμανικός Rumanian
ρωσ. ρωσικός Russian Dated spelling: ρωσσικός.

Σ[edit]

Abbreviation Term English Note
σ. (also σελ.) σελίδα page Also see σσ. (pages) in plural.
σανσκρ. σανσκριτικός Sanskrit linguistics.
σαξ. σαξονικός
music: σαξόφωνο
Saxon
music: saxophone
σερβ. σερβικός Serbian
σερβοκρ. σερβοκροατικός Serbo-Croatian
σημ. σημασία sense, meaning
σημασιολ. σημασιολογικός semantic linguistics.
σημδ. σημασιολογικό δάνειο semantic loan linguistics.
σημειωλ. σημειωλογία semiology, semiotics linguistics.
σημερ. σημερινός contemporary (literally: of today)
σημιτ. σημιτικός Semitic
σκωπτ. σκωπτικός scoptic, derisive Compare to χλευαστικός.
σκανδ. σκανδιναβικός Scandinavian
σκυθ. σκυθικός Scythian
σλαβ. σλαβικός Slavic
σλοβ. σλοβενικός Slovenian
σουηδ. σουηδικός Swedish
σουμερ. σουμεριακός Sumerian
σπάν. σπάνιος rare
σπανιότ. σπανιότερος, σπανιότερα more rare, more rarely
σσ. σελίδες pages Also see σ., σελ. (page) in singular.
στατ. στατιστικός
στατικός
statistical
static
στερ. στερητικός privative grammar: As in alpha privative, negative α. Latin:  alpha privativum
στιγμ. στιγμιαίος momentary
grammar: perfective
phonetics: plosive
grammar. As in perfective aspect, tenses.
phonetics. As in plosive consonants.
στρατ. στρατιωτικός military
συγγ. συγγενής a relative
linguistics: cognate
linguistics: cognate. cf. ομόρριζος (of same stem).
συγκ. συγκοπή linguistics: syncope
medicine: cardiac arrest
music: syncopation
linguistics. phonology. phonetics. music. medicine.
phonology. Compare συγκοπή (sygkopí) with syncope.
συγκρ. συγκριτικός (βαθμός) comparative (degree) grammar. Latin: gradus comparātīvus
σύγκρ. σύγκρινε, σύγκριση cf. compare, comparison
συμπερ. συμπερασματικός [[]] grammar.
σύμπλ. σύμπλεγμα cluster ?
συμπλεκτ. συμπλεκτικός [[]] grammar.
συμπροφ. συμπροφορά pronouncing together linguistics. phonology. phonetics. Also see συνεκφώνηση, συνεκφορά. Similar to the English term synecphonesis, different from synizesis.
σύμπτ. σύμπτωση coincidence, concurrence
σύμφ. συμφ. σύμφωνο, συμφωνικός consonant, related to consonants linguistics. phonetics. Also συμφων.
συμφυρ. συμφυρμός fusion
phonology: Compare to univerbation, contamination, blend
linguistics. phonology. phonetics.
συμφων. συμφωνικός phonetics: related to consonants
music: symphonic
phonetics. music. Also see συμφ.
συν. συνώνυμο synonym linguistics.
συναίρ. συναίρεση synaeresis linguistics. phonology. Compare synaeresis to contraction.
συναισθ. συναισθηματικός emotional
συνδ. συνδέομαι connect, associate
σύνδ. σύνδεσμος conjunction grammar.
συνδετ. συνδετικός [[]] grammar. As in συνδετικό ρήμα.
συνεκδ. συνεκδοχικά synecdochically
συνεκφ. συνεκφορά pronouncing together linguistics. phonology. phonetics. Also see συμπροφορά, συνεκφώνηση.
συνεσταλ. συνεσταλμένος [[]] grammar. linguistics. As in συνεσταλμένη βαθμίδα. German: Ablautstufen. Antonym: εκτεταμένη βαθμίδα.
συνήθ. συνήθης, συνήθως usually
συνηθέστ. συνηθέστερος, συνηθέστερα more usual, more usually
συνηρ. συνηρημένος contracted grammar. linguistics. phonology. In greek phonology, a word which has undergone συναίρεση (synaeresis). Antonym: ασυναίρετος.
συνθ. συνθετικό combining form, part of compound grammar. linguistics. See α' συνθετικό.
σύνθ. σύνθετος composite, compound, synthetic grammar. linguistics.
συνίζ. συνίζηση synizesis linguistics. phonology. Also see diphthong.
συνοπτ. συνοπτικός perfective grammar. As in perfective aspect.
σύνταξ. σύνταξη syntax grammar.
συντελ. συντελεσμένος [[]]?
grammar: perfect
grammar. As in perfect aspect, tenses.
σύντμ. σύντμηση shortening linguistics.
συντομογρ. συντομογραφία (βραχυγραφία) abbreviation
συχνότ. συχνότερος more frequent
σχ. σχήμα linguistics: pattern?
literally: shape
grammar.
σχημ. σχηματισμός formation Also see σχ. σχήμα
σχολ. ορθ. σχολική ορθογραφία the established spelling, orthography linguistics. lexicography.

Τ[edit]

Abbreviation Term English Note
τ. τύπος form grammar: morphological variation (inflectional, or other), of a certain form.
τακτ. τακτικός regular, ordinal grammar: As in τακτικό αριθμητικό (ordinal number).
τελ. τελικός [[]] grammar: As in τελικός σύνδεσμος (... conjunction).
τεχν. τεχνικός technical
τεχνολ. τεχνολογία technology
τηλεόρ. τηλεόραση tv, television
τ.μ. τετραγωνικό μέτρο , square metre unit of measure
τον. τονισμός accentuation grammar.
τοπ. τοπικός local, regional linguistics: As in τοπική διάλεκτος (regional dialect)
τοπογρ. τοπογραφία topography
τοπων. τοπωνύμιο placename, toponym
τοσκ. τοσανικός Tuscan
τουρκ. τουρκικός Turkish
τοχ. τοχαρικός Tocharian
τραγ. τραγούδι song
τραγ. τραγωδία tragedy
τροπ. τροπικός [[]] grammar. As in τροπική μετοχή. ?
τροποπ. τροποποίηση modification
τριτοπρόσ. τριτοπρόσωπος of 3rd person grammar. As in 3rd person in conjugation.
τσεχ. τσεχικός Czech
τσιγγ. τσιγγάνικος, τσιγγάνικα Gypsy, Romani language linguistics. Greek synonym: Ρομά
τυπ., τυπογρ. τυπογραφία printing, typography Note: not to be confused with τ. τύπος (form).

Υ[edit]

Abbreviation Term English Note
υβριστ. (ὑβριστ.) υβριστικός (ὑβριστικός) offensive, insulting
ΥΓ. υστερόγραφο (ὑστερόγραφο) PS, post scriptum
υπ. (ὑπ.) υποκείμενο subject, agent grammar, syntax
υπερ. (ὑπερ.) υπερωικός (ὑπερωικός) velar linguistics. phonetics.
υπερθ. (ὑπερθ.) υπερθετικός (βαθμός) superlative (degree) grammar. Latin: gradus superlātīvus
υπερσ. (ὑπερσ.) υπερσυντέλικος pluperfect, past perfect (tense) grammar. Latin: plusquamperfectum (tempus).
υποθ. (ὑποθ.) υποθετικός hypothetical, (grammar)conditional grammar. linguistics.
υπόθ. (ὑπόθ.) υπόθεση hypothesis, supposition
υποκορ. (ὑποκορ.) υποκοριστικός diminutive grammar. Note: hypocoristic is χαϊδευτικός
υπόλ. (ὑπόλ.) υπόλοιπο remainder, residue
υποτ. (ὑποτ.) υποτακτική (έγκλιση) subjunctive (mood) grammar. Latin: (modus) subjunctīvus
υποχωρ. (ὑποχωρ.) υποχωρητικός, υποχωρητικώς (ὑποχωρητικῶς) [[]] ?
υστλατ. (ὑστλατ.) υστερολατινικός [[]] ? Late Latin?

Φ[edit]

Abbreviation Term English Note
φαρμ. φαρμακολογία pharmacology
φιλολ. φιλολογία, φιλολογικός philology, philological
φιλοσ. φιλοσοφία, φιλοσοφικός philosophy, philosophical
φιλοτ. φιλοτελισμός philately
φινλ. φινλανδικός Finnish
φοινικ. φοινικικός Phoenician
φρανκ. φρανκονική (γλώσσα) Franconian (language)
φρ. φράση phrase grammar
φριζ. φριζική (γλώσσα) Frisian (language)
φυσ. φυσική physics
φυσιολ. φυσιολογία physiology
φων. φωνήεν vowel grammar. linguistics. Latin: vōcālis
φων. φωνή voice grammar. Latin: vox or forma. See voice: either forms, or diathesis, disposition.
φωνηεντ. φωνηεντικός related to a vowel
φωνητ. φωνητική phonetics linguistics.
φωνολ. φωνολογία phonology linguistics.
φωτο φωτογραφία photograph
φωτογρ. φωτογραφία, η τέχνη της φωτογραφίας photography

Χ[edit]

Abbreviation Term English Note
χαϊδευτ. χαϊδευτικά, χαϊδευτικός hypocoristically, hypocoristic grammar. Compare to υποκοριστικός (diminutive).
χασμ. χασμωδία hiatus linguistics. phonetics. poetry.
χειλ. χειλικός labial linguistics. phonetics.
χεττ. χεττιτικός, χεττιτική γλώσσα Hittite, Hittite language
χημ. χημεία, χημικός chemistry, chemical
χγ. χειρόγραφο ms, manuscript
χγφ. χειρόγραφο ms, manuscript
χλευ. χλευαστικός derisive compare to σκωπτικός
χλμ. χιλιόμετρο km, kilometre unit of measure
χρ. χρήση usage, the use
χρον. χρονικός temporal, chronological
χωρ. χωρίς without

Ψ[edit]

Abbreviation Term English Note
ψυχ. ψυχολογία psychology
ψυχαν. ψυχανάλυση psychoanalysis
ψυχιατρ. ψυχιατρική psychiatry

Ω[edit]

Abbreviation Term English Note
ωκεαν. ωκεανογραφία oceanography


References[edit]

Abbreviations in Greek dictionaries: